Ψυχοθεραπεία

Κώδικας ηθικής και δεοντολογίας στην ψυχοθεραπεία

Κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους οι ψυχοθεραπευτές γνωρίζουν πως φέρουν μεγάλη κοινωνική ευθύνη, καθώς οι συστάσεις και επαγγελματικές τους πράξεις είναι πιθανό να τροποποιήσουν τις ζωές των άλλων. ‘Επαγρυπνουν σε προσωπικές, κοινωνικές, οργανωτικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές η πολιτικές καταστάσεις και πιέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κακή χρήση της επιρροής τους.

  • Οι ψυχοθεραπευτές αποσαφηνίζουν εκ των προτέρων στους πελάτες τους όλα τα θέματα που θα μπορούσαν να αφορούν στην κοινή τους δραστηριότητα, στη διαδικασία όπου από κοινού συμμετέχουν. ‘Αποφευγουν σχέσεις που μπορεί να περιορίσουν την αντικειμενικότητά τους η να δημιουργήσουν μία σύγκρουση συμφερόντων.
  • Οι ψυχοθεραπευτές έχουν την ευθύνη της προσπάθειας αποτροπής της διαστρέβλωσης, κακής χρήσης η καταστολής των ευρημάτων τους από ένα ινστιτούτο η υπηρεσία του οποίου είναι υπάλληλοι.
  • Ως μέλη εθνικών η επί μέρους οργανισμών, οι ψυχοθεραπευτές παραμένουν υπόλογοι ως άτομα στα υψηλότερα κριτήρια του επαγγέλματός τους.
  • Ως δάσκαλοι η εκπαιδευτές, οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν την πρωταρχική τους υποχρέωση να βοηθούν τους άλλους στην απόκτηση γνώσης και δεξιότητας. Διατηρούν υψηλά κριτήρια παρουσιάζοντας πληροφορίες αντικειμενικά, με πληρότητα και ακρίβεια.
  • Ως ερευνητές, οι ψυχοθεραπευτές αποδέχονται την ευθύνη για την επιλογή, των θεμάτων και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στην έρευνα και την ανάλυση. Σχεδιάζουν την έρευνά τους κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα, τα ευρήματά τους να είναι παραπλανητικά. Παρέχουν λεπτομερή συζήτηση των περιορισμών των δεδομένων τους, ειδικά όπου η εργασία τους άπτεται της κοινωνικής πολιτικής η όπου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς βλάβη προσώπων ειδικών ηλικιακών, φυλετικών, εθνικών, κοινωνικο-οικονομικών η άλλων κοινωνικών ομάδων. Στην σύνταξη εκθέσεων της εργασίας τους, ποτέ δεν αποκρύπτουν δεδομένα και αναγνωρίζουν την ύπαρξη εναλλακτικών υποθέσεων και εξηγήσεων των ευρημάτων τους. Οι ψυχοθεραπευτές δέχονται επιβράβευση για την εργασία την οποία έχουν πραγματοποιήσει. Αποσαφηνίζουν προκαταβολικά σε όλα τα αρμόδια πρόσωπα και υπηρεσίες τις προσδοκίες για μοίρασμα και εκμετάλλευση των ερευνητικών δεδομένων. Διατηρείται στο ελάχιστο ανάμειξη με το περιβάλλον, όπου συλλέγονται τα δεδομένα.

Eπάρκεια: Η διατήρηση υψηλών κριτηρίων επάρκειας είναι μια ευθύνη που συμμερίζονται όλοι οι ψυχοθεραπευτές για το συμφέρον του κοινού και του επαγγέλματος συνολικά. Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν τα όρια της επάρκειάς τους και τους περιορισμούς των τεχνικών τους. Παρέχουν μόνον εκείνες τις υπηρεσίες και τεχνικές για τις οποίες υπάρχει πιστοποίηση ότι τις διαθέτουν, μέσω εκπαίδευσης και εμπειρίας. Στις περιοχές όπου σαφώς αναγνωρισμένα κριτήρια δεν υπάρχουν ακόμη, οι ψυχοθεραπευτές λαμβάνουν τις αναγκαίες προφυλάξεις, για την προστασία του ευ ζην των πελατών τους. Παραμένουν ενήμεροι για τις πρόσφατες υγειονομικές, επιστημονικές και επαγγελματικές πληροφορίες, που σχετίζονται με τις υπηρεσίες που παρέχουν.

  • Οι ψυχοθεραπευτές αντιπροσωπεύουν επακριβώς την επάρκεια, μόρφωση, εκπαίδευση και εμπειρία τους. Προβάλλουν ως αποδείξεις των μορφωτικών και επαγγελματικών εκπαιδευτικών τους προσόντων μόνον εκείνα τα πτυχία και προσόντα που αποκτήθηκαν από έγκυρους μορφωτικούς θεσμούς η οργανισμούς αναγνωρισμένους από την ΕΑΡ. Εξασφαλίζουν πως ανταποκρίνονται επαρκώς στα βασικά επαγγελματικά κριτήρια, όπως εκτίθενται από την ΕΑΡ, τα κριτήρια της σχετικής ΝΑΟ και τα κριτήρια της σχετικής Ευρωπαϊκής Εταιρείας με τη μέθοδό τους όπου υπάρχουν. Σέβονται τις άλλες πηγές μόρφωσης, εκπαίδευσης και εμπειρίας που έχουν δεχθεί.
  • Κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους και ως δάσκαλοι και εκπαιδευτές οι ψυχοθεραπευτές εκτελούν τα καθήκοντά τους βάσει προσεκτικής προετοιμασίας και ετοιμότητας, έτσι ώστε η πρακτική τους να είναι του υψηλότερου επιπέδου και η επικοινωνία να είναι ακριβής, επίκαιρη και σχετική.
  • Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν την ανάγκη για συνεχιζόμενη εκπαίδευση και προσωπική ανάπτυξη και είναι ανοιχτοί σε νέες διαδικασίες και αλλαγές προσδοκιών και αξιών στη διάρκεια του χρόνου.
  • Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, όπως αυτές που σχετίζονται με την ηλικία, το φύλο, το κοινωνικο-οικονομικό και εθνικό πλαίσιο η τις ιδιαίτερες ανάγκες εκείνων που θα μπορού-σαν να είναι σε μειονεκτική θέση. ‘Αποκτουν τέτοια εκπαίδευση και εμπειρία ώστε να εξασφαλίσουν επαρκή και κατάλληλη παροχή υπηρεσιών, όταν σχετίζονται με τα ανωτέρω άτομα.

Ηθικές και Νομικές Υποχρεώσεις: Οι κανόνες και οι αρχές που καθορίζουν την ηθική συμπεριφορά των ψυχοθεραπευτών αποτελούν προσωπική επιλογή τoυς, όπως ισχύει και για τους υπόλοιπους πολίτες, εκτός εάν αυτοί οι κανόνες και οι αρχές υπονομεύουν την εκπλήρωση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων η μειώνουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην ψυχοθεραπεία και τους ψυχοθεραπευτές.

Όσον αφορά στη συμπεριφορά τους, οι ψυχοθεραπευτές πρέπει να δείχουν ευαισθησία στους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες και στο πιθανό αντίκτυπο που θα είχε η συμμόρφωση η η απόκλιση από αυτούς, στην αποτελεσματικότητά τους ως ψυχοθεραπευτών.

Οι ψυχοθεραπευτές πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους το πιθανό αντίκτυπο της δημόσιας συμπεριφοράς τους στη δυνατότητα των συναδέλφων τους να ασκούν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα.

  • Ως επαγγελματίες οι ψυχοθεραπευτές συμμορφώνονται -κατά πρώτον- με τις αρχές του Ευρωπαϊκού Συλλόγου Ψυχοθεραπείας και της ‘Εθνικης Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος και -κατά δεύτερον- με τις αρχές των επαγγελματικών συλλόγων, εταιρειών στις οποίες ανήκουν η ινστιτούτων με τα οποία συνεργάζονται. Οι ψυχοθεραπευτές τηρούν επίσης τους ισχύοντες νόμους και τις κρατικές διατάξεις που τους αφορούν.

Σε περίπτωση που ορισμένοι ευρωπαϊκοί, εθνικοί, περιφεριακοί κανόνες, αρχές και πρακτικές δημόσιες η ιδιωτικές (οργανισμών, ινστιτούτων) έρχονται σε σύγκρουση με εκείνους του Ευρωπαϊκού Συλλόγου Ψυχοθεραπείας και της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος, η με τις αρχές και τους κώδικες των επαγγελματικών τους συλλόγων και εταιρειών, οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να δηλώσουν τη δέσμευσή τους στις αρχές και τους κώδικες αυτούς και να προσπαθούν να βρίσκουν τρόπους επίλυσης της σύγκρουσης.

Ως επαγγελματίες έχουν την υποχρέωση να συμβάλλουν στη δημιουργία η την αντικατάσταση νομικών ρυθμίσεων και διατάξεων ώστε να εξυπηρείται καλύτερα το δημόσιο συμφέρον.

  • Ως εργαζόμενοι η εργοδότες, οι ψυχοθεραπευτές δεν πρέπει να εμπλέκονται ούτε να ανέχονται απάνθρωπες πρακτικές η πρακτικές που οδηγούν σε παράνομες η αδικαιολόγητες πράξεις.

Μερικά μόνο παραδείγματα τέτοιων πρακτικών αποτελούν οι διακρίσεις βάσει φυλής, σωματικής αναπηρίας, ηλικίας, φύλου, σεξουαλικής προτίμησης, θρησκείας η εθνικότητας, τόσο στην κλινική πρακτική όσο και στην πρόσληψη, στην προαγωγή και την εκπαίδευση.

  • Ως επαγγελματίες, οι ψυχοθεραπευτές αποφεύγουν οποιαδήποτε πράξη θα μπορούσε να παραβιάσει η να μειώσει τα ανθρώπινα, νομικά η πολιτικά δικαιώματα των ασθενών/πελατών/θεραπευόμενων η άλλων ατόμων.
  • Ως κλινικοί εκπαιδευτές, εκπαιδευόμενοι η ερευνητές, οι ψυχο-θεραπευτές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους το ότι οι προσωπικές τους αξίες είναι δυνατό να επηρεάσουν την επικοινωνία με τους άλλους, καθώς και τη χρήση συγκεκριμένων τεχνικών, την επιλογή και παρουσίαση απόψεων η υλικού, αλλά και τη φύση η εφαρμογή μιας έρευνας.

Όταν ασχολούνται με θέματα που ίσως προσβάλλουν τα συναισθήματα ορισμένων μελών της κοινωνίας, οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να αναγνωρίζουν και να σέβονται τις διαφορετικές πεποιθήσεις και τις ατομικές ευαισθησίες που και οι δικοί τους ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενοι, οι φοιτητές, οι εκπαιδευόμενοι η οι συμμετέχοντες σε μια έρευνα μπορεί να έχουν για τα θέματα αυτά.

Εμπιστευτικότητα, Εχεμύθεια: Πρωταρχική υποχρέωση των ψυχοθεραπευτών είναι να σέβονται το απόρρητο όποιας πληροφορίας μαθαίνουν από κάποιον στα πλαίσια της εργασίας τους ως ψυχοθεραπευτές. Οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί να αποκαλυφθεί σ’ άλλους μόνο με την συναίνεση του θεραπευόμενου (η των νομικά υπευθύνων γι’ αυτόν η αυτήν). Εξαίρεση αποτελεί η ύπαρξη συνθηκών από τις οποίες θα μπορούσε να υπάρξει κίνδυνος για τον ίδιο το θεραπευόμενο η για άλλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις οφείλουν να ενημερώνονται οι νομικοί υπεύθυνοι για τον θεραπευόμενο η οι νομικές αρχές (εισαγγελέας). Οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να πληροφορούν τους πελάτες τους για τα νομικά όρια της εμπιστευτικότητας. Συναίνεση σε αποκάλυψη σ’ άλλους θα πρέπει κανονικά ν’ αποκτηθεί γραπτά από το πρόσωπο που το αφορά.

  • Πληροφορία που αποκτήθηκε σε κλινική, η συμβουλευτική σχέση, η σχέση αξιολόγησης και αφορά σε παιδιά, σπουδαστές, υπαλλήλους η άλλους συζητείται από πρόσωπα που τα αφορά άμεσα το θέμα μόνο για επαγγελματικούς η επιστημονικούς λόγους. Οι γραπτές και προφορικές αναφορές παρουσιάζουν τα απαραίτητα στοιχεία που αφορούν στους σκοπούς της αξιολόγησης η της παραπομπής. Η οποιαδήποτε ενέργεια οφείλει να διασφαλίζει την αποφυγή της παραβίασης της ιδιωτικότητας.
  • Οι ψυχοθεραπευτές προκειμένου να παρουσιάσουν πληροφορίες με αναφορά σε προσωπικά θέματα, που τις απέκτησαν στα πλαίσια του επαγγελματικού τους ρόλου (σε γραπτά κείμενα, διαλέξεις η άλλες δημόσιες παρουσιάσεις), η αποκτούν την σχετική συγκατάθεση από πριν η διαφοροποιούν όλες τις πληροφορίες που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητα κάποιου.
  • Οι ψυχοθεραπευτές προνοούν για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας στην αρχειοθέτηση των στοιχείων η στην όποια παρουσίασή τους.
  • Όταν οι ψυχοθεραπευτές εργάζονται με ανήλικους η άλλα πρόσωπα που δεν είναι σε θέση να δώσουν με την θέλησή τους συνειδητή πληροφόρηση οι ψυχοθεραπευτές φροντίζουν να προστατέψουν τα συμφέρονται του προσώπου και να συμβουλέψουν κατάλληλα τους συγγενείς η τα πρόσωπα τα κατά νόμον υπεύθυνα.

Σε περιπτώσεις που ζητούνται πληροφορίες για άλλη χρήση (π.χ. ασφάλιση, εργασία, στρατός) αυτές μπορούν να παρέχονται με την συγκατάθεση του ασθενούς.

Ο ψυχοθεραπευτής δεν παρέχει υπηρεσίες σε συγγενείς του, συνεταίρους του η πρόσωπα με τα οποία συνδέεται με στενή φιλία.

Σε περίπτωση ομαδικής θεραπείας υπάρχει αμοιβαία εμπιστευτικότητα από όλα τα θεραπευόμενα μέλη.

Το Καλὠς Έχειν τοῦ Ασθενούς/ Πελάτη / Θεραπευόμενου: Οι ψυχοθεραπευτές σέβονται την ακεραιότητα και προστατεύουν το καλῶς έχειν τῶν ατόμων και των ομάδων με τις οποίες συνεργάζονται.

Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ασθενών/πελατών/θεραπευόμενων και οργανισμών στους οποίους εργάζονται οι ψυχοθεραπευτές, οι τελευταίοι διευκρινίζουν σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη τη φύση και την κατεύθυνση των δεσμεύσεων και των υποχρεώσεών τους.

Οι ψυχοθεραπευτές ενημερώνουν πλήρως τους ασθενείς/πελάτες/ θεραπευόμενους για τη φύση και το σκοπό οποιασδήποτε μεθόδου εκπαιδευτικής η παιδαγωγικής διαδικασίας, και ενημερώνουν ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενους, φοιτητές, εκπαιδευόμενους η όσους πρόκειται να πάρουν μέρος σε μια έρευνα, για το δικαίωμά τους να αρνηθούν να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω διαδικασίες είναι αντιδεοντολογική.

  • Οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να έχουν πάντοτε επίγνωση των δικών τους αναγκών, περιορισμών η δυσκολιών, καθώς και της πιθανής σχέσης ισχύος απέναντι σε ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενους, φοιτητές, εκπαιδευόμενους συμμετέχοντες σε έρευνα και υφιστάμενους. Δεν πρέπει να εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη και την εξάρτηση των ατόμων αυτών.

Οι ψυχοθεραπευτές κάνουν ο,τι είναι δυνατόν για να αποφεύγουν τους διπλούς ρόλους που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την κρίση τους η να αυξήσουν τις πιθανότητες εκμετάλλευσης. Μερικά μόνο παραδείγματα τέτοιων ρόλων είναι τα εξής : Ψυχοθεραπεία η έρευνα με υφισταμένους, φοιτητές, συναδέλφους τους οποίους εποπτεύουν, στενούς φίλους και συγγενείς.

Παραδείγματος χάριν, δεν αναλαμβάνουν στενούς φίλους, συγγενείς, υφισταμένους η συνεργάτες ως ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενους ούτε τους χρησιμοποιούν σε έρευνές τους.

Δεν παρέχουν υπηρεσίες σε άτομα με τα οποία διατηρούν η διατηρούσαν στο παρελθόν ερωτική σχέση.

Προτιμούν -εφόσον είναι δυνατόν- να μην διεξάγουν έρευνες η να κάνουν ψυχοθεραπεία σε φοιτητές, εκπαιδευόμενους και επόπτευόμενούς τους. Η σύναψη σεξουαλικών σχέσεων με φοιτητές, εκπαιδευόμενους, και συμμετέχοντες σε έρευνα είναι αντιδεοντολογική. Η σύναψη σεξουαλικών σχέσεων με ασθενείς/πελάτες/ θεραπευόμενους απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για δυό χρόνια μετά το πέρας της θεραπείας η της τελευταίας επαγγελματικής επαφής. Η σύναψη τέτοιων σχέσεων πρέπει να αποφεύγεται ακόμα και πέραν του χρονικού ορίου των δύο ετών ώστε να μην υπάρχει εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης και της εξάρτησης των ασθενών/πελατών/θεραπευόμενων από τους θεραπευτές.

  • Οι ψυχοθεραπευτές που συμφωνούν να αναλάβουν έναν ασθενή/πελάτη/θεραπευόμενο κατόπιν αιτήματος τρίτου προσώπου, θα πρέπει να διευκρινίζουν προς όλους τη φύση των σχέσεων με καθένα από τα ενδιαφερόμενα μέλη.
  • Όταν η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ενός οργανισμού σημαίνει την παραβίαση του παρόντος η άλλου κώδικα δεοντολογίας, οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να διευκρινίζουν τη φύση της σύγκρουσης αυτής μεταξύ των απαιτήσεων του οργανισμού και των αρχών δεοντολογίας. Οφείλουν να ενημερώνουν τα εμπλεκόμενα μέρη για τις ηθικές τους υποχρεώσεις ως ψυχοθεραπευτές και να πράττουν ανάλογα με αυτές.
  • Οι ψυχοθεραπευτές ενημερώνουν τους ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενους, φοιτητές, εκπαιδευόμενους η συμμετέχοντες σε έρευνα για τις οικονομικές αμοιβές πριν από την έναρξη της συνεργασίας τους. Δεν δίνουν ούτε παίρνουν ποσοστά για παραπομπές ασθενών/πελατών/θεραπευόμενων.

Οι αμοιβές στο πλαίσιο της ιδιωτικής άσκησης δεν πρέπει να αποκλίνουν από τα αναμενόμενα κριτήρια της κοινότητας μέσα στα οποία εργάζονται οι ψυχοθεραπευτές.

Επίσης, δεν πρέπει να δέχονται ιδιωτική αμοιβή για υπηρεσίες για τις οποίες αμείβονται από τον οργανισμό η το ινστιτούτο με το οποίο συνεργάζονται. Οι ψυχοθεραπευτές μπορούν να συνεισφέρουν ένα μέρος του συνόλου των υπηρεσιών που παρέχουν με ελάχιστη η καθόλου αμοιβή.

  • Κατά την έναρξη της θεραπείας οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να κάνουν γνωστό το θεραπευτικό συμβόλαιο στους ασθενείς/πελάτες/ θεραπευόμενους.

Το συμβόλαιο πρέπει να τους ενημερώνει εκτός από τις οικονομικές τους υποχρεώσεις για τα εξής:

Το βασικό σκεπτικό της προσέγγισης που ακολουθείται, την πιθανή διάρκεια της παρέμβασης και τη δυνατότητα η μη ανανέωσης του συμβολαίου με νέους στόχους, θέματα εμπιστευτικότητας, ημέρες, ώρες και διάρκεια συναντήσεων, όρους επικοινωνίας με τους ψυχοθεραπευτές εκτός προκαθορισμένων συνεδριών, σχέσεις μεταξύ μελών θεραπευτικών ομάδων, δικαιώματα και όρους διακοπής της συνεργασίας.

  • Οι ψυχοθεραπευτές έχουν την υποχρέωση να διακόπτουν μία θεραπευτική η συμβουλευτική σχέση εφόσον καταστεί σαφές ότι οι ασθενείς/ πελάτες/θεραπευόμενοι δεν ωφελούνται (πλέον) από αυτήν η όταν εκείνοι το ζητήσουν.

Οφείλουν επίσης να τους ενημερώνουν για την ύπαρξη εναλλακτικών πλαισίων και να τους βοηθούν να έρχονται σε επαφή με αυτά. Όταν οι ψυχοθεραπευτές πρόκειται να διακόψουν την συνεργασία τους με υπηρεσίες, ινστιτούτα κ.λ.π. οφείλουν να ενημερώνουν εγκαίρως τους ασθενείς/πελάτες/ θεραπευόμενους για την πρόθεσή τους αυτή.

Επαγγελματικές σχέσεις – Διεπαγγελματική συνεργασία: Οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να σέβονται τις ανάγκες, τις ιδιαίτερες γνώσεις και υποχρεώσεις των συναδέλφων τους ψυχοθεραπευτών, ψυχιάτρων, ψυχολόγων, ιατρών και άλλων επαγγελματιών υγείας και επιβάλλεται να συνεργάζονται με αυτούς όταν χρειάζεται.

Επιβάλλεται ως συνήθης πρακτική η παραπομπή για ψυχιατρική εκτίμηση η ψυχολογική αξιολόγηση κατά την διάρκεια της διαγνωστικής περιόδου καθώς και η παράλληλη θεραπεία και συστηματική διεπιστημονική συνεργασία εάν χρειάζεται ψυχιατρική παρακολούθηση και φαρμακοθεραπεία η άλλου είδους θεραπευτική παρέμβαση.

Σεβονται τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ινστιτούτων η οργανισμών με τούς οποίους συνεργάζονται οι συνάδελφοί τους.

  • Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν τις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες επαγγελματιών σε συναφείς χώρους. Χρησιμοποιούν με τον καλύτερο τρόπο όλες τις επαγγελματικές, τεχνικές και διοικητικές δυνατότητες που τούς παρέχονται προς το συμφέρον όσων απευθύνονται σε αυτούς. Η τυχόν έλλειψη επίσημης επαγγελματικής σχέσης με άλλους επαγγελματιές δεν τούς απαλλάσσει από την ευθύνη τους να εξασφαλίζουν για τούς ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενούς τους, τις καλύτερες δυνατές επαγγελματικές υπηρεσίες, ούτε τούς απαλλάσσει από την υποχρέωσή τους να εξασφαλίζουν την επιπρόσθετη η εναλλακτικού τύπου βοήθεια με προνοητικότητα, φιλοπονία και διακριτικότητα.
  • Οι ψυχοθεραπευτές οφείλουν να γνωρίζουν και να λαμβάνουν υπόψη τους τις παραδόσεις και τις πρακτικές των άλλων επαγγελματικών ομάδων και να συνεργάζονται με αυτές πλήρως. Αν ένα άτομο δέχεται παρόμοιες υπηρεσίες από άλλον επαγγελματία, οι ψυχοθεραπευτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τη σχέση τους με τον επαγγελματία αυτό, και να προχωρήσουν με προσοχή και ευαισθησία στα θεραπευτικά θέματα, με κριτήριο και την προστασία του ατόμου.

Οι ψυχοθεραπευτές συζητούν με το άτομο τα θέματα που προκύπτουν ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος σύγχισης και σύγκρουσης και προσπαθούν να έχουν διευκρινισμένες και συμφωνημένες σχέσεις με τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους επαγγελματίες, όσο αυτό είναι δυνατόν.

Στα πλαίσια αυτά δεν αναλαμβάνουν ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενους που παρακολουθούνται από άλλους ψυχοθεραπευτές η που δεν έχουν ολοκληρώσει τη θεραπευτική σχέση μαζί τους, εκτός των περιπτώσεων που αυτό γίνεται κατόπιν της σύμφωνης γνώμης η στα πλαίσια της συνεργασίας με τους συγκεκριμένους συναδέλφους.

Όταν ένα άτομο παρακολουθείται και από άλλους επαγγελματίες του χώρου της υγείας οι ψυχοθεραπευτές διευκρινίζουν το θέμα αυτό με το άτομο ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος σύγχυσης.

  • Οι ψυχοθεραπευτές που προσφέρουν εργασία η εποπτεύουν άλλους επαγγελματίες η ειδικευόμενους οφείλουν να διευκολύνουν την επαγγελματική εξέλιξη των ατόμων αυτών και να προωθούν τις ικανότητές τους.

Πρέπει να προσφέρουν κατάλληλες εργασιακές συνθήκες, αμοιβές ανάλογες των τίτλων και προσόντων τους, έγκαιρες αξιολογήσεις, εποικοδομητικές συμβουλες, και ευκαιρίες για απόκτηση περαιτέρω εμπειρίας.

  • Οι ψυχοθεραπυτές δεν πρέπει να εκμεταλλεύονται τις επαγγελματικές τους σχέσεις με τους ασθενείς/πελάτες/θεραπευόμενους, εποπτευόμενους, εκπαιδευόμενους η συμμετέχοντες σε έρευνα για σεξουαλικά η άλλα οφέλη.

Οι ψυχοθεραπευτές δεν πρέπει να εμπλέκονται η να ανέχονται οποιαδήποτε σεξουαλική παρενόχληση. Σεξουαλικές παρενοχλήσεις αποτελούν τα σχόλια, τα υπονοούμενα, η η σωματική επαφή σεξουαλικού τύπου που είναι ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη.

  • Όταν υποπέσει στην αντίληψη των ψυχοθεραπευτών κάποια παραβίαση του κώδικα δεοντολογία από άλλον ψυχοθεραπευτή, και εφόσον είναι θεμιτό, επιχειρούν να διευθετήσουν το θέμα ανεπισήμως, θέτοντάς το υπ’ όψιν του ατόμου αυτού.

Εφόσον η παραβίαση δεν είναι σοβαρή και φαίνεται να οφείλεται σε έλλειψη ευαισθησίας, γνώσης η εμπειρίας μια τέτοια ανεπίσημη επίλυση είναι συνήθως η κατάλληλη.

Τέτοιες ανεπίσημες διορθωτικές προσπάθειες γίνονται με ευαισθησία και σεβασμό στο δικαίωμα της εμπιστευτικότητας.

Αν η παραβίαση δεν φαίνεται να μπορεί να διευθετηθεί με ανεπίσημους τρόπους η είναι σοβαρή, οι ψυχοθεραπευτές το θέτουν υπ’ όψιν των ινστιτούτων η των εταιρειών τους.

  • Το όνομα όσων έχουν συμβάλει σε μια δημοσίευση πρέπει να αναφέρεται ανάλογα με τη συμβολή τους σε αυτήν.

Στην περίπτωση που πολλά άτομα έχουν μεγάλη επιστημονική συμβολή σε μία δημοσίευση, τότε θεωρούνται συγγραφείς από κοινού, ενώ πρώτο αναγράφεται το όνομα του συγγραφέα με την μεγαλύτερη συμβολή.

Μικρότερες επιστημονικές συμβολές, η άλλες μη επιστημονικές αναγνωρίζονται με ειδική υποσημείωση η σε μία αρχική δήλωση.

Βιβλιογραφική αναφορά γίνεται στις μη δημοσιευμένες καθώς και στις δημοσιευμένες εκείνες εργασίες που επηρέασαν άμεσα την έρευνα η την συγγραφή. Οι ψυχοθεραπευτές που συγκεντρώνουν και επιμελούνται υλικό άλλων προς δημοσίευση, δημοσιεύουν το υλικό με το όνομα των δημιουργών τους, ενώ οι ίδιοι εμφανίζονται ως επιμελητές. Όλοι οι συγγραφείς αναφέρονται ονομαστικά.

  • Όταν διεξάγουν έρευνα σε ινστιτούτα η οργανισμούς, οι ψυχοθεραπευτές πρέπει να εξασφαλίζουν τη συγκατάθεση των φορέων αυτών.

Οφείλουν να έχουν την επίγνωση των υποχρεώσεών τους προς τους μελλοντικούς ερευνητές και να εξασφαλίζουν ότι τα ινστιτούτα η οι οργανισμοί που φιλοξενούν τέτοιες δραστηριότητες ενημερώνονται επαρκώς για την έρευνα και ότι αναγνωρίζεται η συμβολή τους με τον κατάλληλο τρόπο.

Δημόσιες Δηλώσεις: Οι δημόσιες δηλώσεις, ανακοινώσεις που αφορούν σε προσφερόμενες υπηρεσίες, διαφημίσεις και δραστηριότητες που προωθούν την εργασία του ψυχοθεραπευτή, έχουν στόχο πάντα να βοηθήσουν το κοινό να κρίνει και να κάνει επιλογές βάσει των πληροφοριών.

Οι ψυχοθεραπευτές παρουσιάζουν ακριβώς και με αντικειμενικά στοιχεία τα επαγγελματικά τους προσόντα, με ποιούς οργανισμούς, συλλόγους η ενώσεις επαγγελματικές η επιστημονικές συνδέονται.

Αν η παρουσίαση αφορά σε υπηρεσίες παρουσιάζεται με ακρίβεια η λειτουργία τους.

Σε δημόσιες δηλώσεις με πληροφορίες για την ψυχοθεραπεία η επαγγελματικές γνώμες η πληροφορίες διαθεσιμότητας παροχής ορισμένων τεχνικών, προϊόντων, εκδόσεων και υπηρεσιών, οι ψυχοθεραπευτές βασίζουν τις δηλώσεις τους σε γενικά αποδεκτά ευρήματα και τεχνικές με πλήρη αναγνώριση των ορίων και των αμφιβολιών που εμπεριέχονται σε τέτοιου είδους στοιχεία.

‘Αρχη 7α : Σε ανακοίνωση η διαφήμιση επαγγελματικών τους υπηρεσιών, οι ψυχοθεραπευτές πρέπει να συμπεριλάβουν τις ακόλουθες πληροφορίες προκειμένου να περιγράψουν ποιός παρέχει τις υπηρεσίες και το είδος των υπηρεσιών: όνομα, τον υψηλότερο σχετικό ακαδημαϊκό τίτλο η αποδεικτικό εκπαίδευσης που έχει αποκτηθεί από ένα θεσμοθετημένο ίδρυμα, ημερομηνία, τιμητική διάκριση του Ε.Γ.Π., ιδιότητα μέλους σε ψυχοθεραπευτικούς οργανισμούς κι’ επαγγελματικά σχετικά η συγγενικά σώματα, διεύθυνση, αριθμό, τηλέφωνο, ώρες γραφείου, περιληπτική λίστα του τύπου των ψυχολογικών υπηρεσιών, τις ξένες γλώσσες που επικοινωνεί ο θεραπευτής και την πολιτική που αφορά στις ασφαλίσεις.

‘Αρχη 7β

  1. Σε ανακοινώσεις, διαφημίσεις η δημοσιεύσεις οι ψυχοθεραπευτές δεν εκμεταλλεύονται την συμμετοχή τους σε οργανισμούς προκειμένου να παρουσιάσουν ψευδώς ότι ο οργανισμός εγκρίνει, προωθεί η συμμετέχει στην εν λόγω εργασία η ότι ο θεραπευτής έχει ειδικά προσόντα η ικανότητες σε σχέση με τους ομοτίμους συναδέλφους του εξ αιτίας της συμμετοχής του στον εν λόγω οργανισμό. Οι δημόσιες δηλώσεις αφορούν στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, τα βιβλία, τις λίστες, τους καταλόγους, το διαδίκτυο, την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, και δεν περιέχουν:
  2. Λανθασμένες, απατηλές, ειδικές και αποπροσανατολιστικές ανακοινώσεις.
  3. Λανθασμένη ερμηνεία γεγονότων που μπορεί να εξαπατήσει η να αποπροσανατολίσει επειδή αποκαλύπτει μέρος της αλήθειας.
  4. Δήλωση πελάτη με αναφορά στην ποιότητα των προϊόντων η των υπηρεσιών του θεραπευτή.
  5. Πρόθεση να δημιουργηθούν λανθασμένες η άδικες προσδοκίες για τα αποτελέσματα.
  6. ‘Αναφορα σε ασυνήθιστες, μοναδικές, πρωτότυπες ικανότητες του θεραπευτή.
  7. Δήλωση που έχει ως στόχο να εκμεταλλευθεί τους φόβους, τις αγωνίες και τα συναισθήματα πιθανής αποτυχίας του θεραπευόμενου προκειμένου να συνεχισθεί η παροχή υπηρεσιών.
  8. Αναφορά στη συγκριτική υπεροχή των παρεχομένων υπηρεσιών.

Δήλωση άμεσης συνηγορίας πελάτου η κατηγορίας πελατών.

  • Οι ψυχοθεραπευτές δεν διατίθενται ευνοϊκά υπέρ των εκπροσώπων του τύπου, ραδιοφώνου, τηλεόρασης η άλλου μέσου επικοινωνίας, προκειμένου να έχουν ως αντάλλαγμα επαγγελματική προβολή στις ειδήσεις. Μία πληρωμένη καταχώρηση πρέπει να το αναφέρει εκτός αν φαίνεται από το περιεχόμενό της. Οι διαφημίσεις μέσω ραδιοφώνου η τηλεόρασης έχουν εγκριθεί πριν την αναμετάδοσή τους από τον θεραπευτή. Αντίγραφο των διαφημίσεων και των αναμεταδόσεών τους μπορούν να τηρούνται σε αρχείο από τον ψυχοθεραπευτή.
  • Σε ανακοινώσεις που αφορούν σε συνέδρια, ομάδες προσωπικής ανάπτυξης, η ειδικών ενδιαφερόντων, οι κλινικές υπηρεσίες, οι εκπαιδευτές που τα οργανώνουν πρέπει να δίνουν καθαρή δήλωση του σκοπού και καθαρή περιγραφή των εμπειριών και της εκπαίδευσης που θα δοθεί. Η εκπαίδευση και η εμπειρία των μελών του προσωπικού είναι κατάλληλα παρουσιασμένη, πριν την έναρξη της ομάδας, της εκπαίδευσης η των υπηρεσιών. Επίσης, σαφής αναφορά πρέπει να γίνεται στα δίδακτρα.
  • Όταν οι ψυχοθεραπευτές συμμετέχουν στην προώθηση ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, βιβλίων η άλλων προϊόντων που στόχο έχουν την εμπορική πώληση, προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι ανακοινώσεις και διαφημίσεις παρουσιάζονται με επαγγελματικό, επιστημονικό, αποδεκτό ηθικά και λειτουργικά, πληροφοριακό τρόπο.
  • Οι ψυχοθεραπευτές δεν συμμετέχουν για προσωπικό κέρδος σε εμπορικές παρουσιάσεις που προτείνουν στο κοινό την αγορά, η χρήση προϊόντων η υπηρεσιών, όπου η συμμετοχή τους βασίζεται αποκλειστικά στην ταυτότητά τους ως ψυχοθεραπευτών.
  • Οι ψυχοθεραπευτές παρουσιάζουν την επιστήμη και την τέχνη της ψυχοθεραπείας, προσφέρουν υπηρεσίες τους, προϊόντα και δημοσιεύσεις, έντιμα και με ακρίβεια. Αποφεύγουν λάθος παρουσιάσεις με εντυπωσιασμούς, υπερβολές η επιπολαιότητες. Οι ψυχοθεραπευτές κινούνται πάντα με γνώμονα την πρωταρχική υποχρέωσή τους να βοηθήσουν το κοινό να διαμορφώσει κρίσεις, γνώμες η επιλογές μέσα από την πληροφόρηση.
  • Ως δάσκαλοι, οι ψυχοθεραπευτές διασφαλίζουν πως οι δηλώσεις τους σε καταλόγους και σε περιγραφές προγραμμάτων είναι ακριβεῑς και όχι παραπλανητικές, ιδιαίτερα σε όρους ύλης που θα καλυφθεί, αξιολογητικών κριτηρίων προόδου και της φύσης των εμπειριών του προγράμματος. Ανακοινώσεις, φυλλάδια η διαφημίσεις που περιγράφουν ημερίδες, σεμινάρια, Workshops, η άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να περιγράφουν με ακρίβεια το ακροατήριο για το οποίο προορίζεται το πρόγραμμα, όπως προϋποθέσεις εισδοχής, εκπαιδευτικούς στόχους καθώς και τη φύση της ύλης που θα καλυφθεί. Αυτές οι ανακοινώσεις θα πρέπει επίσης με ακρίβεια να αντιπροσωπεύουν τη μόρφωση, εκπαίδευση και εμπειρία των ψυχοθεραπευτών που παρουσιάζουν τα προγράμματα καθώς και τα αντίστοιχα δίδακτρα.
  • Όταν οι ανακοινώσεις γίνονται με στόχο να προσελκύσουν κοινό σε κάποια έρευνα, πρέπει να αποσαφηνίζεται η φύση των υπηρεσιών, η αξία και το κόστος της έρευνας όπως και οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμμετεχόντων στην έρευνα.
  • Ο ψυχοθεραπευτής υποχρεώνεται να υποδεικνύει σ’ άλλους που αντιπροσωπεύουν τα επαγγελματικά προσόντα του ψυχοθεραπευτού, η οργανισμούς με προϊόντα και υπηρεσίες εκτός των αρχών του κώδικα, τα λάθη τους.
  • Ατομικές διαγνωστικές και θεραπευτικές υπηρεσίες προσφέ-ρονται μόνο στα πλαίσια μιας επαγγελματικής ψυχοθεραπευτκής σχέσης. Όταν προσωπικές συμβουλές παρέχονται ως δημόσιες ομιλίες η επιδείξεις, σε εφημερίδα, άρθρα, περιοδικά, ραδιόφωνο, προγράμματα τηλεόρασης, ταχυδρομείο η αντί-στοιχα μέσα, ο ψυχοθεραπευτής χρησιμοποιεί την πιο πρόσφατη σχετική γνώση και ασκεί την υψηλότερου επιπέδου επαγγελματική κρίση.
  • Προϊόντα που περιγράφονται η παρουσιάζονται μέσω δημοσίων διαλέξεων η επιδείξεων, άρθρων σε εφημερίδες η περιοδικά, ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων η αναλόγων μέσων πρέπει να τηρούν τα ίδια αναγνωρισμένα κριτήρια που υπάρχουν για τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια μιας επαγγελματικής σχέσης.

Τεχνικές Αξιολόγησης: Στην ανάπτυξη, δημοσίευση και χρήση ψυχοθεραπευτικών η ψυχολογικών τεχνικών αξιολόγησης, οι ψυχοθεραπευτές προσπαθούν να προωθήσουν τα συμφέροντα και τη διασφάλιση του “ευ ζην” του πελάτη.

Επίσης διασφαλίζουν τον πελάτη από την κακή χρήση των αποτελεσμάτων αξιολόγησης.

Σέβονται το δικαίωμα του πελάτη να γνωρίζει τα αποτελέσματα, τις ερμηνείες που έγιναν, τις βάσεις για τα συμπεράσματα και τις συστάσεις.

Οι ψυχοθεραπευτές, όταν χρησιμοποιούν ψυχολογικές δοκιμασίες η άλλες τεχνικές αξιολόγησης, κινούνται μέσα στα πλαίσια των νόμιμων εντολών. Προσπαθούν να εξασφαλιστεί η κατάλληλη χρήση των τεχνικών αξιολόγησης και από άλλους συναδέλφους.

  • Χρησιμοποιώντας τεχνικές αξιολόγησης, οι ψυχοθεραπευτές σέβονται το δικαίωμα των πελατών να έχουν πλήρεις εξηγήσεις για την φύση και το σκοπό των τεχνικών. Οι εξηγήσεις πρέπει να δίδονται σε λόγο που οι πελάτες μπορούν να καταλάβουν, εκτός αν σαφώς η εξαίρεση από αυτό το δικαίωμα έχει συμφωνηθεί από πριν. Αν οι εξηγήσεις δοθούν από άλλους, οι ψυχοθεραπευτές διασφαλίζουν τις διαδικασίες για την καθαρότητα των εξηγήσεων.
  • Οι ψυχοθεραπευτές υπεύθυνοι για την ανάπτυξη και τη μέτρηση των ψυχολογικών δοκιμασιών και άλλων τεχνικών αξιολόγησης χρησιμοποιούν καθιερωμένες επιστημονικές διαδικασίες και παρακολουθούν τις αναφερόμενες από την Ε.Α.Ρ., εθνική, θεσμική η υπηρεσιακή ένωση μετρήσεις.
  • Καταγράφοντας τα αποτελέσματα της αξιολόγησης οι ψυχοθεραπευτές παρουσιάζουν όποια επιφύλαξη υπάρχει και αφορά στην αξία η την αξιοπιστία εξ’ αιτίας των συνθηκών δοκιμασιών και άλλων τεχνικών αξιολόγησης η την καταλληλότητα των κανόνων, για το πρόσωπο που αξιολογείται. Οι ψυχοθεραπευτές διασφαλίζουν ότι τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων και οι ερμηνείες τους δεν χρησιμοποιούνται εσφαλμένα από άλλους.
  • Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν πως τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων μπορεί να είναι άκαιρα και να μην αποδίδουν την πλήρη εικόνα του θεραπευόμενου. Προσπαθούν να αποφύγουν και να εμποδίσουν την εσφαλμένη χρήση άκαιρων και ελλειπών αξιολογήσεων.
  • Οι ψυχοθεραπευτές που προσφέρουν βαθμολόγηση και υπηρεσίες ερμηνείας, παρέχουν κατάλληλες αποδείξεις για την αξιοπιστία των προγραμμάτων και των διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για να φθάσουν σ’ αυτές τις ερμηνείες. Η δημόσια αναφορά σε ερμηνείες γίνεται στα πλαίσια συνεργασίας επαγγελματιών. Οι ψυχοθεραπευτές προσπαθούν με κάθε τρόπο ν’ αποφύγουν κακή χρήση πληροφοριών αξιολόγησης.

Έρευνα: Η απόφαση της ανάληψης κάποιας έρευνας έγκειται σε μία κριτική απόφαση από τον ψυχοθεραπευτή, προκειμένου να συνεισφέρει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις ανθρώπινες επιστήμες και στο ”ευ ζήν”. Έχοντας πάρει την απόφαση να διενεργήσει έρευνα, ο ψυχοθεραπευτής εξετάζει εναλλακτικές κατευθύνσεις, όπου θα μπορούσαν να επενδυθούν οι ενέργειες και οι πόροι της έρευνας. Στη βάση αυτής της θεώρησης ο ψυχοθεραπευτής διενεργεί την έρευνα με σεβασμό και ενδιαφέρον για την αξιοπρέπεια και το ”καλως έχειν” των ανθρώπων που συμμετέχουν, καθώς και με επίγνωση των κανονισμών και επαγγελματικών κριτηρίων που διέπουν την διενέργεια της έρευνας, όπου συμμετέχουν άνθρωποι.

  • Στο σχεδιασμό μιας μελέτης, ο ψυχοθεραπευτής που διενεργεί την έρευνα, έχει την ευθύνη να κάνει μία προσεκτική αξιολόγηση της δεοντο-λογικής της διάστασης (ethical acceptability). Στο μέτρο που η συνεκτίμηση επι-στημονικών και ανθρώπινων αξιών υπονοεί τη διακύβευση οποιασδήποτε αρχής, ο ερευνητής έχει μία αντίστοιχη σοβαρή υποχρέωση να αναζητήσει ηθική συμβουλή και να τηρήσει αυστηρά μέτρα, προκειμένου να προστατέψει τα δικαιώματα των ανθρώπων που συμμετέχουν.
  • Η εκτίμηση του κατά πόσον ένας συμμετέχων σε μία σχεδιασμένη μελέτη θα είναι ένα “υποκείμενο σε κίνδυνο” η ένα υποκείμενο σε “ελάχιστο κύνδυνο”, σύμφωνα με αναγνωρισμένα κριτήρια, αποτελεί πρωταρχική ηθική υποχρέωση του ερευνητή.
  • Ο ερευνητής πάντα διατηρεί την ευθύνη για τη διασφάλιση της ηθικής πρακτικής στην έρευνα. Ο ερευνητής είναι επίσης υπεύθυνος για την ηθική αντιμετώπιση των συμμετεχόντων στην έρευνα από συνεργάτες, βοηθούς, σπουδαστές και υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις.
  • Εξαιρουμένης της έρευνας ελαχίστου κινδύνου, ο ερευνητής εξασφαλίζει μία σαφή και δίκαιη συμφωνία με τους συμμετέχοντες στην έρευνα, πριν τη συμμετοχή τους, η οποία διευκρινίζει τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα ενός εκάστου. Ο ερευνητής έχει την υποχρέωση να τηρήσει όλες τις υποσχέσεις και δεσμεύσεις σε αυτήν την συμφωνία. Ενημερώνει τους συμμετέχοντες για όλες τις πλευρές της έρευνας, που λογικά θα αναμένοταν να επηρεάσουν την προθυμία για συμμετοχή και εξηγεί όλες τις άλλες πλευρές της έρευνας για τις οποίες έχουν απορίες οι συμμετέχοντες. Αποτυχία για πλήρη ενημέρωση πριν την συγκατάθεση απαιτεί επιπρόσθετα μέτρα για την προστασία του καλώς έχειν και της αξιοπρέπειας των συμμετεχόντων στην έρευνα. Έρευνες με παιδιά η συμμετέ-χοντες που έχουν ελλείμματα τα οποία θα περιόριζαν την κατανόηση και /η την επικοινωνία απαιτούν ειδικές διαδικασίες προστασίας.
  • Μεθοδολογικές απαιτήσεις μιας μελέτης μπορεί να κάνουν να φαίνεται απαραίτητη η χρήση απόκρυψης η εξαπάτησης. Πριν τη διενέργεια μίας τέτοιας μελέτης, ο ερευνητής έχει ιδιαίτερη ευθύνη:

1) να καθορίσει αν η χρήση τέτοιων τεχνικών δικαιολογείται από την αναμενόμενη επιστημονική, εκπαιδευτική η ενυπάρχουσα αξία

2) να καθορίσει αν υπάρχουν εναλλακτικές διαθέσιμες διαδικασίες που δεν χρησιμοποιούν απόκρυψη η εξαπάτηση, και

3) εξασφαλίσει ότι οι συμμετέχοντες θα ενημερωθούν ικανοποιητικά το ταχύτερο δυνατόν.

  • Ο ερευνητής σέβεται την ελευθερία του ατόμου να αρνηθεί να συμμετέχει η να αποσυρθεί από την έρευνα σε οποιαδήποτε στιγμή. Η υποχρέωση της προστασίας της ελευθερίας απαιτεί προσεκτική σκέψη και φροντίδα όταν ο ερευνητής βρίσκεται σε θέση όπου ασκεί εξουσία η επίδραση στον συμμετέχοντα. Τέτοιες θέσεις εξουσίας συμπεριλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε, κατα-στάσεις όπου η συμμετοχή στην έρευνα απαιτείται ως μέρος της εργασιακής απασχόλησης η όπου ο συμμετέχων είναι σπουδαστής, πελάτης η υπάλληλος του ερευνητή. Τα δικαιώματα του ατόμου υπερσκελίζουν, προεξάρχουν των αναγκών του ερευνητού να ολοκληρώσει την ερευνα.
  • Ο ερευνητής προστατεύει τον συμμετέχονται από σωματική η ψυχική δυσχέρεια, βλάβη και κίνδυνο που μπορεί να προκύψουν από τις ερευνητικές διαδικασίες. Εάν υπάρχει κίνδυνος για τέτοιες συνέπειες, ο ερευνητής πληροφορεί τον συμμετέχοντα για το γεγονός. Οι ερευνητικές διαδικασίες που πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρή η μόνιμη βλάβη σε κάποιον συμμετέχοντα δεν χρησιμοποιούνται εκτός εάν η μη χρησιμοποίησή τους θα εξέθετε τον συμμετέχοντα σε κίνδυνο για μεγαλύτερη βλάβη, η εάν η έρευνα έχει μεγάλο δυνητικό όφελος και έχει πλήρως ενημερωθεί ο κάθε συμμετέχων προκειμένου να συναινέσει. Ο συμμετέχων θα πρέπει να ενημερωθεί για διαδηκασίες με τις οποίες μπορεί να έρθει σε επαφή με τον ερευνητή εντός λογικού χρονικού διαστήματος μετά από την έναρξη συμμετοχής του εάν προκύψουν στρεσογόνες καταστάσεις πιθανότητα βλάβης η σχετικές απορίες η ανησυχίες. Συναίνεση που έχει ληφθεί από το συμμετέχοντα δεν περιορίζει τα νομικά δικαιώματά του ούτε μειώνει τις νομικές ευθύνες του ερευνητού.
  • Αφού συγκεντρωθούν τα στοιχεία, ο ερευνητής παρέχει στον συμμετέχοντα πληροφορίες γύρω από τη φύση της μελέτης και προσπαθεί να αποσαφηνίσει τις όποιες παρανοήσεις μπορεί να έχουν προκύψει. Όπου επιστημονικές η ανθρωπιστικές αξίες δικαιολογούν αναβολή η παρακράτηση της πληροφόρησης, ο ερευνητής αναλαμβάνει ειδική ευθύνη να καταγράψει την έρευνα και να εξασφαλίσει πως δεν υπάρχουν επιβλαβείς συνέπειες για τον συμμετέχοντα.
  • Όπου οι ερευνητικές διαδικασίες έχουν ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητες συνέπειες για τον συμμετέχοντα, ο ερευνητής έχει την ευθύνη να ανιχνεύσει και να απομακρύνει η να διορθώσει αυτές τις συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων.
  • Οι πληροφορίες που αποκτώνται για κάποιον συμμετέχοντα κατά τη διάρκεια της πορείας μιας έρευνας είναι εμπιστευτικές εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία από την αρχή. Όταν υπάρχει πιθανότητα άλλοι να αποκτήσουν πρόβαση σε τέτοιες πληροφορίες, αυτή η πιθανότητα, όπως και οι τρόποι για την προστασία της εχεμύθειας εξηγούνται στον συμμετέχονται ως μέρος της διαδικασίας προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση.

Διαδικασία παραπόνων

Η Ε.Ε.Ψ.Ε. δίνει ιδιαίτερη σημασία στη θεσμοθέτηση και εφαρμογή υψηλών προδιαγραφών σε θέματα ηθικής και δεοντολογίας. Για τον λόγο αυτό ενημερώνει όλα τα μέλη της και τα προτρέπει να δώσουν έμφαση στα ζητήματα αυτά. Θεωρεί ότι η πρόληψη μέσω της σωστής εκπαίδευσης, ενημέρωσης και ελέγχου αποτελεί το κυριώτερο εχέγγυο της εφαρμογής αυτών των αρχών. Απαιτεί από όλα τα μέλη της την πιστή εφαρμογή τους και μία εκ των προϋποθέσεων για την εξέταση της υποψηφιότητας εγγραφής ενός νέου μέλους είναι να μην εκκρεμεί κάποια καταγγελία εναντίον του για ηθικά η δεοντολογικά θέματα.

Συμφώνως προς το Καταστατικό (7-3) η παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας αποτελεί λόγο διαγραφής από την Εταιρεία.

Ο οποιοσδήποτε (άτομο μέλος, οργανισμός μέλος, η ένα τρίτο μέρος) μπορεί να προσφύγει στην Πειθαρχική Επιτροπή της Ε.Ψ.Ε.Ε. και στο Δ.Σ. για ζητήματα παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας, χωρίς καμμία οικονομική επιβάρυνση. Αν η προσφυγή αφορά σε Οργανισμό – μέλος της Ε.Ψ.Ε.Ε. η σε άτομο μέλος που δεν ανήκει σε κάποιον οργανισμό – μέλος της Ε.Ψ.Ε.Ε. η υπόθεση εξετάζεται από την Πειθαρχική Επιτροπή η οποία πλέον αναλαμβάνει και την ευθύνη για τη διεκπαιρέωση της υπόθεσης.

Αν η προσφυγή αφορά σε άτομο – μέλος που ανήκει σε Οργανισμό – μέλος της Ε.Ψ.Ε.Ε., η υπόθεση παραπέμπεται στην αντίστοιχη Πειθαρχική Επιτροπή του Οργανισμού – μέλους και η Ε.Ψ.Ε.Ε. παρακολουθεί την διαδικασία επίλυσής της. Αν το προσφεύγον άτομο δεν ικανοποιηθεί από την έκβαση αυτής της διαδικασίας, μπορεί να προσφύγει εν συνεχεία στην Πειθαρχική Επιτροπή της Ε.Ε.Ψ.Ε. η να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε ένδικο μέσον.

Η Πειθαρχική Επιτροπή της Ε.Ψ.Ε.Ε. συγκροτείται από 3 μέλη (διαφορετικών προσεγγίσεων) που εκλέγονται από την Γ.Σ. για 2 έτη, και οι αποφάσεις της αποτελούν προτάσεις προς τη Γ.Σ. για τελική επικύρωση.

Η Πειθαρχική Επιτροπή συγκεντρώνει τα στοιχεία που προσκομίζει ο καταγγέλων, ενημερώνει την καταγγέλουσα πλευρά για το ζήτημα και ζητά απ’ αυτήν, εντός 2 μηνών να παρουσιάσει τη δική της άποψη. Οι πληροφορίες που ζητούνται και παρέχονται οφείλουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν την κείμενη νομοθεσία για τα θέματα του ιατρικού απορρήτου.

Ακολουθεί συνάντηση όλων των εμπλεκομένων, αν κρίνεται σκόπιμο, και η έκδοση της απόφασης, η οποία στηρίζεται στην αρχή της απόδειξης της ενοχής. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης της παραβίασης οι κυρώσεις κυμαίνονται αναλόγως της βαρύτητας της πράξης από την απλή επίπληξη έως διαγραφή μέλους από την Εταιρεία. Στην περίπτωση μη διαπίστωσης της παραβίασης, η απόφαση δημοσιοποιείται με τα κρινόμενα ως πιο πρόσφορα μέσα.

Σε περίπτωση που ο καταγγέλων δεν μείνει ικανοποιημένος από τις προαναφερθείσες διαδικασίες, προτρέπεται ν’ απευθυνθεί στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας.

Πηγή: Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (Ε.Ε.Ψ.Ε.)