Ψυχολογία

Γιατί εστιάζουμε στα αρνητικά συναισθήματα;

Τα αρνητικά συναισθήματα σχετίζονται με περισσότερες και πιο έντονες παθολογικές καταστάσεις.

Είναι λογικό η ψυχολογία ως επιστήμη να ασχολείται με τη μελέτη φαινομένων και καταστάσεων που έχουν αρνητικό αντίκτυπο στα άτομα και στην κοινωνία γενικότερα. Υπεύθυνα για τέτοιες δυσμενείς καταστάσεις είναι πολύ περισσότερο τα αρνητικά συναισθήματα, παρά τα θετικά (Fredrickson, 1998).

Τα παραδείγματα είναι πολλά: ο θυμός έχει φανεί να εμπλέκεται στην αιτιολογία της στεφανιαίας νόσου (Barefoot, Dahlstrom, & Williams, 1983 Fredrickson, Maynard, Helms, Haney, Siegler, & Barefoot, 1998), η ζήλια να σχετίζεται με την βία στην οικογένεια (Buss, 1994), ο φόβος και το άγχος να οδηγούν σε φοβίες και αγχώδεις διαταραχές (Öhman, 1993), η θλίψη να προκαλεί κατάθλιψη όταν γίνεται παθολογική (Nolen-Hoeksema, Morrow, & Fredrickson, 1993).

Τα θετικά συναισθήματα, αντιθέτως, ελάχιστα εμπλέκονται σε ψυχικές διαταραχές και άλλα προβλήματα, όπως για παράδειγμα στη διπολική διαταραχή όπου η κατάθλιψη εναλλάσσεται με μανία, και στην εξάρτηση από ψυχοτρόπες ουσίες όπου η ευφορία που προκαλούν μπορεί να οδηγήσει το χρήστη σε εθισμό (Nesse, & Berridge, 1997). Αυτή η δυσανάλογη ενοχοποίηση αρνητικών και θετικών συναισθημάτων έχει ως αποτέλεσμα την επικέντρωση των ερευνών στα πρώτα.

Τα θετικά συναισθήματα είναι λιγότερα και λιγότερο διακριτά.


Ένας δεύτερος πιθανός λόγος για τον οποίο δεν έχει δοθεί μεγάλο ενδιαφέρον στα θετικά συναισθήματα είναι ότι, επειδή τα θετικά συναισθήματα είναι πιο λίγα και λιγότερο διακριτά από τα αρνητικά (De Rivera, Possell, Verette, & Weiner, 1989, Ellsworth & Smith, 1988), είναι πιο δύσκολο να μελετηθούν. Πιο συγκεκριμένα, ενώ π.χ. τα συναισθήματα του φόβου, του θυμού και της θλίψης είναι αρκετά διαφορετικά και διακριτά μεταξύ τους ως εμπειρίες, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει με θετικά συναισθήματα όπως η χαρά, η ευχαρίστηση και η ηδονή (Fredrickson, 2003).

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις επιστημονικές ταξινομήσεις των βασικών συναισθημάτων (Ekman, 1992, Izard, 1977, Tomkins, 1982) στις οποίες συνήθως αναγνωρίζεται ένα θετικό συναίσθημα για κάθε 3 ή 4 αρνητικά (Ellsworth, & Smith, 1988). Το ίδιο φαίνεται επίσης και στις σχετικές με τα συναισθήματα λέξεις της αγγλικής γλώσσας (Averill, 1980). Επιπλέον, η αδυναμία διάκρισης των θετικών συναισθημάτων μεταξύ τους καθίσταται εμφανής και από ποικίλες σωματικές διαστάσεις της συναισθηματικής έκφρασης, όπως είναι οι εκφράσεις του προσώπου.

Μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε ένα θλιμμένο πρόσωπο από ένα θυμωμένο, μία έκφραση αηδίας από μια έκφραση φόβου. Υπάρχουν, δηλαδή, για ορισμένα αρνητικά συναισθήματα συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου, οι οποίες μάλιστα είναι μοναδικές, παγκοσμίως αναγνωρίσιμες και αντιπροσωπευτικές του συγκεκριμένου συναισθήματος (Ekman, Friesen, O’Sullivan, Chan, Diacoyanni-Tarlatzis, Heider, Krause, LeCompre, Ritcairn, Ricci-Bitti, Scherer, Tomita, & Tzavras, 1987).

Αντίθετα, για τα θετικά συναισθήματα δεν υπάρχει ανάλογος διακριτός κώδικας (Fredrickson 1998, 2003).

Ομοίως, στο επίπεδο του αυτόνομου νευρικού συστήματος, εκτός από περιπτώσεις όπου υπάρχει έντονη αναπνευστική δραστηριότητα, όπως π.χ. στην περίπτωση έντονου γέλιου, η βίωση θετικών συναισθημάτων χαρακτηρίζεται από σχετική απουσία δραστηριότητας (Levenson, Ekman, & Friesen, 1990). Αντιθέτως κατά την βίωση αρνητικών συναισθημάτων παρατηρείται έντονη δραστηριότητα, η οποία μάλιστα διαφοροποιείται σε κάποιο βαθμό μεταξύ αρκετών αρνητικών συναισθημάτων (Cacioppo, Klein, Berntson, & Hatfield, 1993, Levenson, 1992, Levenson, Ekman, & Friesen, 1990).

Τα περισσότερα μοντέλα για τα συναισθήματα έχουν ισχύ περισσότερο για τα αρνητικά συναισθήματα.


Ο τρίτος και τελευταίος λόγος για τον οποίο τα θετικά συναισθήματα δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι θεωρητικοί των συναισθημάτων προσπάθησαν να τα εξηγήσουν με μοντέλα που λειτουργούν και υφίστανται για τα αρνητικά συναισθήματα (Fredrickson, 1998, 2003, Fredrickson, & Levenson, 1998). Τα μοντέλα αυτά χρησιμοποιώντας ως βάση κάποια αρνητικά συναισθήματα προσπαθούν να εξηγήσουν και τα υπόλοιπα. Βασικό στοιχείο αυτών των θεωριών είναι η εξ ορισμού σύνδεση των συναισθημάτων με ωθήσεις (urges) για συγκεκριμένη δράση (specific action tendencies) (Frijda, 1986, Frijda, Kuipers, & Schure, 1989, Lazarus, 1991, Levenson, 1994, Tooby & Cosmides, 1990).

Έτσι, ο θυμός γεννά την τάση προς επίθεση, ο φόβος την τάση για φυγή, η αηδία την τάση για εμετό κ.ο.κ. Οι τάσεις αυτές συνοδεύονται και από αλλαγές σε επίπεδο φυσιολογίας. Επομένως, τα συναισθήματα προετοιμάζουν τόσο το νου όσο και το σώμα για δράση προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Lazarus αναφέρει ότι «οι τάσεις προς δράση σωματοποιούν τα συναισθήματα» (Lazarus, 1991, σελ. 285, αναφέρεται από τους Fredrickson & Levenson, 1998, σελ. 192).


Βασικό χαρακτηριστικό των μοντέλων που δίνουν ιδιαίτερο βάρος στις τάσεις για συγκεκριμένη δράση είναι ότι θεωρούν τις τάσεις αυτές και τα συναισθήματα ως εξελικτικές προσαρμογές (evolved adaptations). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι τάσεις για συγκεκριμένη δράση που τα συναισθήματα προκαλούν αντικατοπτρίζουν τις πράξεις που είχαν φανεί ιδιαίτερα αποτελεσματικές στους πρόγονους μας όταν αυτοί βρίσκονταν σε καταστάσεις κινδύνου, και άρα τα συναισθήματα περιορίζουν το πεδίο σκέψης-δράσης μας προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις (Fredrickson, 1998, 2003, Tooby, & Cosmides, 1990).


Ως προς αυτό, η Fredrickson (1998) υποστήριξε πως τα μοντέλα αυτά αν και λειτουργούν καλά για την ερμηνεία βίωσης των αρνητικών συναισθημάτων, δεν επαρκούν για την περιγραφή και την εξήγηση της λειτουργίας των θετικών, αφού οι τάσεις για συγκεκριμένη δράση που τα μοντέλα αυτά σχετίζουν με τα θετικά συναισθήματα (π.χ. την ικανοποίηση με την απουσία δραστηριότητας) (Frijda, 1986) στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο συγκεκριμένες, αλλά περισσότερο μάλλον πρόκειται για γενικότερες τάσεις προς δράση ή μη-δράση (Fredrickson, 1998, Fredrickson, & Levenson, 1998).

Επιπλέον, αναφορικά με την θεώρηση των συναισθημάτων ως εξελικτικές προσαρμογές, τα θετικά συναισθήματα δεν φαίνονται ομοίως χρήσιμα με τα αρνητικά, αφού οι τάσεις που προκαλούν δεν συμβάλλουν άμεσα στην επιβίωση του είδους σε καταστάσεις κινδύνου (Fredrickson, 1998, 2001, 2003).
Θεωρώντας την ασυμβατότητα των θετικών συναισθημάτων με τα υπάρχοντα γενικευμένα μοντέλα συναισθημάτων ως εμπόδιο για την πλήρη μελέτη τους, η Fredrickson αντιπροτείνει μια ειδικότερη θεώρηση των συναισθημάτων με τη χρήση ξεχωριστών μοντέλων για τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματα (Fredrickson, 1998, Fredrickson, & Levenson, 1998) .