Ψυχοθεραπεία,  Ψυχολογία

Η Ψυχ-ανάλυση του Tραύματος

Η έννοια του τραύματος είναι μία από τις θεμελιώδεις ψυχαναλυτικές έννοιες, την οποία συναντάμε σχεδόν σε όλη την πορεία της εξέλιξης του ψυχαναλυτικού έργου, από την απαρχή του (Breuer & Freud, 1895) μέχρι τη σημερινή εποχή. Όπως είναι αναμενόμενο, η προοδευτική εξέλιξη της ψυχαναλυτικής σκέψης, είχε ως συνέπεια και την αντίστοιχη εξέλιξη της έννοιας του τραύματος.


Ως τραύμα ορίζουμε την κατάσταση εκείνη, κατά την οποία το ψυχικό όργανο κατακλύζεται από υπερβολικές διεγέρσεις (εξωτερικές ή/και εσωτερικές), η ένταση των οποίων υπερβαίνει τον βαθμό ανοχής του ψυχικού οργάνου, καθώς και την ικανότητα του να τις ελέγξει και να τις επεξεργαστεί.
Το τραύμα ανάλογα με τον χρόνο κατά τον οποίο δημιουργείται, διακρίνεται σε βρεφικό-παιδικό ή πρώιμο και σε τραύμα της ενήλικης ζωής ή μεθύστερο. Ιδιαίτερες κατηγορίες τραύματος είναι το διαγενεακό, όπου το τραύμα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και το συλλογικό που αφορά μεγάλες ομάδες.


Εξετάζοντας ιστορικά την εξέλιξη της έννοιας του τραύματος στη σκέψη του Freud, διαπιστώνουμε ότι αρχικά ο Freud (1895-1897) συνδέει τη δημιουργία του με την σεξουαλική κακοποίηση (θεωρία της αποπλάνησης ή θεωρία της σαγήνης), ενώ στη συνέχεια δίνει έμφαση στη σημασία της φαντασιωτικής ζωής (1905), δηλαδή στην εσωτερική πραγματικότητα του ατόμου. Βέβαια, ο Freud ποτέ δεν εγκατάλειψε πλήρως τη θεωρία της αποπλάνησης. Το 1918 και το 1926, επισημαίνει ότι στην αιτιολογία των νευρώσεων συμβάλουν, τόσο οι παιδικές σεξουαλικές φαντασιώσεις, όσο και τα πραγματικά περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης. Το 1920 εξετάζοντας εκ νέου την έννοια του τραύματος με όρους οικονομικούς και βασιζόμενος στα τραυματικά όνειρα, συνδέει το τραύμα με τον μηχανισμό του καταναγκασμού της επανάληψης και κατ’ επέκταση με την ενόρμηση θανάτου.


Τέλος, το 1939 στο κείμενο του «Μωυσής και μονοθεϊσμός», το οποίο δημοσιεύθηκε λίγο πριν από τον θάνατο του, συνδέει το τραύμα με τον ναρκισσισμό και πιο συγκεκριμένα με ναρκισσιστικά πλήγματα και ταπεινώσεις. Στο κείμενο αυτό διακρίνει τις θετικές και αρνητικές συνέπειες του τραύματος. Οι θετικές είναι αυτές στις οποίες το τραύμα αφήνει μνημονικά ίχνη, ενώ οι αρνητικές έχουν έναν εντελώς αντίθετο σκοπό: να εξαλείψουν τις αναμνήσεις του τραύματος, καθώς και την προοπτική της αναβίωσης του, μέσω της χρήσης του μηχανισμού της διχοτόμησης. Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται εντός του Εγώ ένας «θύλακας» («μια χώρα εντός μιας άλλης χώρας» όπως τον ονόμασε ο Freud) που περιέχει το τραύμα. Λόγω της διχοτόμησης, ο θύλακας αυτός παραμένει εκτός της μνημονικής λειτουργίας, εκτός νοηματοδότησης και κατά συνέπεια εκτός της ψυχαναλυτικής διεργασίας. Έχουμε τότε το αρνητικό του τραύματος.


Σημαντική στην κατανόηση του τραύματος είναι και η συμβολή του Ferenczi, ο οποίος επισήμανε τον καθοριστικό ρόλο των εξωτερικών αντικειμένων στη δόμηση του παιδικού ψυχισμού και εισήγαγε την έννοια της «σύγχυσης των γλωσσών», καθώς και του Winnicott, ο οποίος συνέδεσε τη δημιουργία του τραύματος στο παιδί, με την αποτυχία του «διευκολυντικού περιβάλλοντος». Κατά τη φάση δημιουργίας του τραύματος, ο ψυχισμός αντιδρά κινητοποιώντας αντιτραυματικούς μηχανισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν την χρήση αμυντικών μηχανισμών (απώθηση, διάψευση, αποκλεισμό, διχοτόμηση, προβλητική ταύτιση, ταύτιση με τον επιτιθέμενο, κ.α.), τον ψυχαναγκασμό της επανάληψης, τις αυτό-ηρεμιστικές δραστηριότητες (που οδηγούν στην εκφόρτιση συνήθως μέσω της εξάντλησης), τις αυτοερωτικές δραστηριότητες, το πάγωμα της σκέψης και του συναισθήματος (ώστε να αποφευχθεί η επιστροφή του διχοτομημένου), καθώς και τη μηχανιστική ζωή και τη μηχανιστική σκέψη (ως μία ακόμη άμυνα στην επιστροφή του διχοτομημένου). Τέλος, μέσω ισχυρών αντιεπενδύσεων, το τραύμα συμβάλλει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, όπως στην περίπτωση της ψυχαναγκαστικής προσωπικότητας.


Το ενδιαφέρον των ψυχαναλυτών για το τραύμα παραμένει ακμαίο για δύο κυρίως λόγους. Αφ’ ενός γιατί αυτό απαντάται πολύ συχνά στην ψυχαναλυτική κλινική, θέτοντας επιτακτικά ερωτήματα σχετικά με την θεραπευτική τεχνική και αφ’ ετέρου γιατί έχει διαπιστωθεί η αιτιολογική του συνεισφορά στην πρόκληση ψυχοπαθολογίας. Πράγματι, τόσο η ψυχαναλυτική όσο και η εμπειρική έρευνα, έχουν συνδέσει το ιστορικό σοβαρών ψυχικών τραυματισμών στην παιδική ηλικία, ως ένα σημαντικό συμβάλλοντα παράγοντα στην εμφάνιση πολλών και διαφορετικής βαρύτητας ψυχοπαθολογικών διαταραχών, όπως οι σοβαρές διαταραχές προσωπικότητας (οριακή, ναρκισσιστική, αντικοινωνική), οι ψυχώσεις, οι ψυχοσωματικές διαταραχές, κ.α.


Η ενασχόληση των ψυχαναλυτών με μη νευρωτικούς ασθενείς, απέδειξε τη δυσκολία που έχουν οι ασθενείς αυτοί με το κλασσικό αναλυτικό πλαίσιο, που έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορούν να ωφεληθούν από αυτό. Η δυσκολία αυτή επέφερε αλλαγές στην τεχνική, έτσι ώστε σήμερα να υπάρχουν δύο υποδείγματα ψυχαναλυτικής τεχνικής. ένα που απευθύνεται σε ασθενείς με νευρωτική ψυχική οργάνωση (Αρχαιολογικό υπόδειγμα) και ένα άλλο που απευθύνεται σε ασθενείς με ψυχική οργάνωση πέραν της νεύρωσης (Δομικό ή Μεταμορφωτικό) (Levine, 2010).