Σύνδεση ψυχής και σώματος στη θεραπεία των σωματικών ασθενειών
Η ψυχαναλυτική ψυχοσωματική είναι ένα σημαντικό πεδίο που συνδέει την ψυχανάλυση με την ιατρική, εστιάζοντας στις ψυχικές διεργασίες που σχετίζονται με τις σωματικές ασθένειες. Η προσέγγιση αυτή αντλεί από την ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, προσφέροντας μία νέα ματιά στη σύνδεση μεταξύ ψυχής και σώματος και στη διαχείριση των ασθενειών.
Ο Sigmund Freud, αν και δεν ασχολήθηκε άμεσα με την ψυχοσωματική όπως την κατανοούμε σήμερα, ανέπτυξε τις βάσεις για την κατανόηση των σωματικών συμπτωμάτων. Σύμφωνα με τη θεωρία του Freud, υπάρχουν τέσσερις κύριοι τύποι σωματικών συμπτωμάτων: οι υστερικές μετατροπές, τα σωματικά συμπτώματα της πραγματικής νεύρωσης, τα υποχονδριακά συμπτώματα και οι οργανικές ασθένειες. Ο Freud επικεντρώθηκε στις ασυνείδητες ψυχικές διεργασίες που μπορούν να επηρεάσουν το σώμα, όπως η ερωτική υπερφόρτιση των οργάνων ή η επιστροφή της ναρκισσιστικής λίμπιντο στο σώμα.
Η ψυχαναλυτική προσέγγιση στις σωματικές ασθένειες επικεντρώνεται στη μελέτη της ψυχικής λειτουργίας του ασθενούς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αναπτύχθηκε η ασθένεια. Αυτό σημαίνει ότι δεν εξετάζεται απλώς η βιολογική αιτιολογία της ασθένειας, αλλά και οι ψυχικοί παράγοντες που εμπλέκονται.
Μετά τον Freud, διάφοροι ψυχαναλυτές ανέπτυξαν περαιτέρω την έννοια της ψυχοσωματικής. Ο Sándor Ferenczi αφιέρωσε ένα σημαντικό μέρος του έργου του στη μελέτη των οργανικών ασθενειών από ψυχαναλυτική σκοπιά, εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της ασθένειας και των ναρκισσιστικών ή ψυχωσικών αλλαγών στο ψυχικό σύστημα. Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή του Georg Groddeck, ο οποίος πίστευε ότι το πανίσχυρο Εκείνο μπορεί να παράγει όχι μόνο νευρωτικά συμπτώματα αλλά και σωματικές ασθένειες.
Η Σχολή της Ψυχοσωματικής του Παρισιού, με ηγέτες όπως ο Pierre Marty και ο Michel Fain, ανέπτυξε νέες κλινικές και θεωρητικές έννοιες, όπως η σωματική οπισθοδρόμηση και η ενστικτώδης αποσύνθεση, για να εξηγήσει τις σωματικές ασθένειες. Η σχολή αυτή εισήγαγε επίσης την έννοια της “εγχειρησιακής σκέψης”, έναν τύπο σκέψης που στερείται φαντασίας και συμβολικής δραστηριότητας, και συνδέεται με την ανάπτυξη σοβαρών σωματικών ασθενειών.
Η ψυχαναλυτική ψυχοσωματική στηρίζεται στη μελέτη της ψυχικής λειτουργίας του ασθενούς. Η διαδικασία της σωματοποίησης μπορεί να συμβεί είτε μέσω οπισθοδρόμησης είτε μέσω αποσύνθεσης του ενστίκτου. Στην πρώτη περίπτωση, παρατηρούνται μικρές και αναστρέψιμες σωματικές κρίσεις, όπως κρίσεις άσθματος ή υπέρτασης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η αποσύνθεση του ενστίκτου οδηγεί σε σοβαρές ασθένειες όπως αυτοάνοσα νοσήματα ή καρκίνο.
Η σωματοποίηση μέσω αποσύνθεσης του ενστίκτου σχετίζεται με βαθιά ναρκισσιστική απώλεια και διαταραχή της διαδικασίας της νοηματοδότησης. Η ψυχική αποσύνθεση οδηγεί σε μια κατάσταση που περιγράφεται ως “ουσιαστική κατάθλιψη”, όπου απουσιάζουν τα τυπικά συμπτώματα της κατάθλιψης, αλλά παρατηρείται μια γενική μείωση της ζωτικής τόνωσης.
Η θεραπεία των ασθενών με ψυχοσωματικές ασθένειες απαιτεί ψυχαναλυτική εκπαίδευση και εξειδίκευση στην ψυχοσωματική. Ο στόχος είναι να βοηθηθεί ο ασθενής να ανακτήσει την ψυχική του λειτουργία μέσω μιας νέας θεραπευτικής σχέσης. Το πλαίσιο της θεραπείας έχει μεγάλη σημασία, ειδικά όταν ο ασθενής παρουσιάζει σοβαρή σωματική ασθένεια και ψυχική αποσύνθεση. Η συνεδρία πρόσωπο με πρόσωπο είναι συνήθως προτιμητέα σε σοβαρές περιπτώσεις, ενώ η χρήση του καναπέ μπορεί να εφαρμοστεί σε πιο ήπιες περιπτώσεις.
Η ερμηνευτική δραστηριότητα του ψυχαναλυτή πρέπει να προσαρμόζεται συνεχώς στο επίπεδο της ψυχικής λειτουργίας του ασθενούς και να λαμβάνει υπόψη το βάρος της ασθένειας. Ο συνδυασμός της μητρικής λειτουργίας του θεραπευτή με την κλασική ψυχαναλυτική ερμηνεία αποτελεί βασικό στοιχείο της θεραπείας. Η μητρική λειτουργία του θεραπευτή αποσκοπεί στην παροχή ενός προστατευτικού πλαισίου, ενώ η ψυχαναλυτική ερμηνεία βοηθά στην επαναοργάνωση της ψυχικής λειτουργίας του ασθενούς.
Βιβλιογραφία
- Freud, S. (1920). Beyond the pleasure principle.
- Marty, P., de M’Uzan, M., & David, C. (1963). L’investigation psychosomatique: sept observations cliniques.
- Smadja, C. (2005). The psychosomatic paradox: Psychoanalytical studies.


