Ψυχολογία

Η αμφιθυμία του αγγίγματος: Μεταξύ επιθυμίας και άρνησης της επαφής

Η δυσκολία κάποιων ανθρώπων να δεχθούν φροντίδα, συναισθηματική εγγύτητα ή σωματικό άγγιγμα αποτελεί ένα φαινόμενο που δεν εξηγείται μόνο από κοινωνικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αλλά συνδέεται άμεσα με ενδοψυχικές διεργασίες και γνωστικά σχήματα. Ειδικότερα, η πολωμένη ή διχοτομημένη σκέψη (splitting/black-and-white thinking), λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στην ευαλωτότητα, ειδικά όταν υπάρχει τραυματικό υπόβαθρο ή διαταραγμένο πρότυπο προσκόλλησης.

Η γνωστική βάση της απόρριψης της φροντίδας

Η πολωμένη σκέψη είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των πρώιμων αμυντικών μηχανισμών που παρατηρούνται σε διαταραχές της προσωπικότητας (π.χ. borderline), αλλά εντοπίζεται και σε μη-παθολογικούς πληθυσμούς ως απόκριση σε ψυχικά τραυματικά γεγονότα ή χρόνιες εμπειρίες αναξιοπιστίας στις σχέσεις. Το άτομο που έχει βιώσει απογοήτευση ή εγκατάλειψη από σημαντικές σχέσεις κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία, τείνει να αναπτύξει ένα δυαδικό σχήμα αξιολόγησης: ο άλλος είναι είτε «ασφαλής και αξιόπιστος», είτε «επικίνδυνος και απορριπτικός». Δεν υπάρχει ενδιάμεσο.

Αυτός ο τρόπος σκέψης επεκτείνεται και στην εμπειρία της φροντίδας: είτε την αποδέχομαι πλήρως και εξαρτώμαι από αυτή, είτε την απορρίπτω ως απειλή για την αυτονομία και την ασφάλειά μου. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν μηχανισμό ελέγχου και προστασίας απέναντι στην απώλεια. Το να αρνηθεί κανείς το άγγιγμα ή τη φροντίδα σημαίνει, για τον ψυχισμό, ότι κρατά τον έλεγχο και διατηρεί απόσταση από τον πιθανό πόνο που μπορεί να προκαλέσει η οικειότητα.

Η θεωρία της προσκόλλησης και η συναισθηματική απόσυρση

Η θεωρία της προσκόλλησης (Bowlby, 1969) προσφέρει ένα πλαίσιο κατανόησης για τη δυσκολία αποδοχής της φροντίδας. Τα άτομα με αποφευκτικό ή αποδιοργανωμένο στυλ προσκόλλησης αναπτύσσουν συχνά δυσπιστία απέναντι στην εγγύτητα και προτιμούν την αποστασιοποίηση. Η σωματική επαφή ή η φροντίδα βιώνονται ως υπερβολικά φορτισμένες ή ελεγκτικές.

Η νευροβιολογική πλευρά του ζητήματος είναι επίσης σημαντική. Έρευνες έχουν δείξει ότι η απτική επαφή σχετίζεται με την έκκριση ωκυτοκίνης και την ενεργοποίηση εγκεφαλικών περιοχών που συνδέονται με την κοινωνική εμπιστοσύνη και την μείωση του στρες (Uvnäs-Moberg et al., 2005). Η μακροχρόνια αποστέρηση αυτής της εμπειρίας μπορεί να επιτείνει τις γνωστικές δυσλειτουργίες και να ενισχύσει την ψυχολογική απόσυρση.

Ο φαύλος κύκλος της αυτάρκειας

Η άρνηση του αγγίγματος δεν δηλώνει απουσία ανάγκης αλλά αποφυγή επανενεργοποίησης ενός παλιού τραύματος. Το άτομο συχνά δεν αντέχει να επαναβιώσει το αίσθημα ότι «δεν ήταν εκεί όταν σε χρειαζόμουν» και επιλέγει τον απομονωτισμό, κατασκευάζοντας την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας.

Αυτή η αντίσταση είναι συχνά αυτό-ενισχυόμενη. Όσο περισσότερο το άτομο απορρίπτει τη φροντίδα, τόσο λιγότερο εκπαιδεύεται συναισθηματικά στο να τη λαμβάνει ή να την αναγνωρίζει. Επέρχεται σταδιακά μια μορφή συναισθηματικής αλεξιθυμίας, όπου η τρυφερότητα μοιάζει ακατανόητη ή και επικίνδυνη. Το υποκείμενο μαθαίνει να ταυτίζει την ασφάλεια με την απόσταση, αλλά αυτό το είδος «ασφάλειας» οδηγεί μακροπρόθεσμα σε συναισθηματική αποξένωση.

Θεραπευτική αντιμετώπιση και προοπτικές

Η αντιμετώπιση αυτής της αμυντικής δομής δεν μπορεί να βασίζεται σε καταναγκαστικές ή επιθετικές παρεμβάσεις. Απαιτείται η δημιουργία ενός ασφαλούς και σταθερού πλαισίου, όπου το άτομο θα έχει τη δυνατότητα να βιώσει εμπειρικά την επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης. Κεντρικό στοιχείο σε αυτή τη διαδικασία είναι η βιωματική διόρθωση των γνωστικών παραμορφώσεων που συντηρούν την άρνηση της φροντίδας.

Η θεραπευτική σχέση λειτουργεί ως ένα μοντέλο ασφαλούς προσκόλλησης, μέσα από το οποίο το άτομο μπορεί σταδιακά να επαναπλαισιώσει την έννοια της φροντίδας, όχι ως απειλή, αλλά ως μια πηγή ασφάλειας και στήριξης. Η μετακίνηση από τη διχοτομημένη, πολωμένη σκέψη σε μια πιο συνεκτική και ανεκτική γνωστική δομή αποτελεί βασικό στόχο της θεραπείας.

Επιπλέον, η ικανότητα αποδοχής της φροντίδας χωρίς να νιώθει κανείς ότι χάνει την αυτονομία του, είναι κρίσιμη για την αποκατάσταση και την ενδυνάμωση των ανθρώπινων σχέσεων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το άτομο μαθαίνει να εμπιστεύεται και να αλληλεπιδρά με τους άλλους με τρόπο που προάγει την ψυχική υγεία και την κοινωνική ευεξία.

Βιβλιογραφία

  • Bowlby, J. (1969). Attachment and Loss: Vol. 1. Attachment. New York: Basic Books.
  • Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E., & Target, M. (2002). Affect Regulation, Mentalization, and the Development of the Self. New York: Other Press.
  • Linehan, M. (1993). Cognitive-Behavioral Treatment of Borderline Personality Disorder. New York: Guilford Press.
  • Uvnäs-Moberg, K., Handlin, L., & Petersson, M. (2005). “The role of oxytocin in human affect: A novel hypothesis.” Pharmacology Biochemistry and Behavior, 81(2), 319–328.
  • Young, J. E., Klosko, J. S., & Weishaar, M. E. (2003). Schema Therapy: A Practitioner’s Guide. New York: Guilford Press.
  • Schore, A. N. (2003). Affect Dysregulation and Disorders of the Self. New York: W. W. Norton.