Ψυχολογία

Η Ψυχολογική διάσταση των χρόνιων παθήσεων

Η σχέση ανάμεσα στην ψυχική και τη σωματική υγεία είναι βαθιά και αμοιβαία. Ιδιαίτερα για τα άτομα που ζουν με χρόνιες παθήσεις —όπως διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια, καρκίνο ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια— οι προκλήσεις δεν περιορίζονται μόνο στα σωματικά συμπτώματα. Η διαχείριση της ασθένειας επηρεάζει σημαντικά τη συναισθηματική ευεξία, τον τρόπο ζωής και την κοινωνική λειτουργικότητα του ατόμου. Οι συνέπειες μιας τέτοιας κατάστασης αγγίζουν την ψυχολογία του ατόμου σε βάθος, επιβαρύνοντας τη διάθεση, προκαλώντας άγχος, αίσθημα απώλειας ελέγχου, καθώς και δυσκολίες στην αυτοεικόνα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την ποιότητα ζωής συνολικά.

«Όλα τα προβλήματα σωματικής υγείας έχουν ψυχολογική διάσταση».

Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν η πάθηση είναι μακροχρόνια και απαιτεί διαρκή προσαρμογή. Οι ασθενείς καλούνται όχι μόνο να αντέξουν τα φυσικά συμπτώματα και τις παρενέργειες της θεραπείας, αλλά και να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με το σώμα, την καθημερινότητα, την εργασία, και το μέλλον. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βιώνουν θλίψη, πένθος για την απώλεια της «προηγούμενης ζωής», απομόνωση, ή ακόμα και σκέψεις παραίτησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) αποτελεί μια από τις πιο καλά τεκμηριωμένες ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις. Μέσω της κατανόησης του πώς οι σκέψεις επηρεάζουν τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές, η ΓΣΘ βοηθά τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν και να τροποποιήσουν μη βοηθητικά μοτίβα σκέψης («Δεν θα τα καταφέρω», «Είμαι βάρος»), να επανασυνδεθούν με σημαντικές δραστηριότητες, και να ανακτήσουν τον έλεγχο πάνω στη ζωή τους. Με τεχνικές όπως η καταγραφή ημερολογίου, η σταδιακή έκθεση, η γνωσιακή αναδόμηση και η ενίσχυση θετικών συμπεριφορών, το άτομο εκπαιδεύεται να διαχειρίζεται την ψυχική δυσφορία, να ενισχύει την ανθεκτικότητά του και να μειώνει τις αποφευκτικές συμπεριφορές.

Η αποτελεσματικότητα της ΓΣΘ έχει τεκμηριωθεί ερευνητικά σε μια σειρά παθήσεων. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η ΓΣΘ συσχετίστηκε με σημαντική μείωση της κατάθλιψης και βελτίωση της ποιότητας ζωής (Jeyanantham et al., 2017). Σε περιπτώσεις διαβήτη, η θεραπεία οδήγησε σε καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση και βελτίωση της ψυχικής ευεξίας (Kanapathy & Bogle, 2019). Επίσης, έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε άτομα με άσθμα και ΧΑΠ, όπου οι ασθενείς συχνά παγιδεύονται σε έναν φαύλο κύκλο σωματικής δυσφορίας, άγχους και αποφυγής δραστηριοτήτων (Howard & Dupont, 2014; Kew et al., 2016).

Όταν οι δυσκολίες είναι διαρκείς και μη αναστρέψιμες, όπως συμβαίνει συχνά στις χρόνιες παθήσεις, η προσέγγιση της Θεραπείας Αποδοχής και Δέσμευσης (Acceptance and Commitment Therapy – ACT), προσφέρει έναν διαφορετικό δρόμο. Στην ACT, στόχος δεν είναι η εξάλειψη του πόνου ή του άγχους, αλλά η καλλιέργεια της αποδοχής των δύσκολων σκέψεων και συναισθημάτων, ώστε το άτομο να μπορέσει να ζήσει μια ζωή με νόημα και αξίες παρά τις δυσκολίες. Οι τεχνικές ενσυνειδητότητας, η ενίσχυση της ψυχολογικής ευελιξίας και η εστίαση σε όσα είναι σημαντικά για το άτομο αποτελούν βασικά εργαλεία της προσέγγισης (Feliu-Soler et al., 2018; Gloster et al., 2020).

Είναι φανερό ότι η ένταξη της ψυχολογικής υποστήριξης —και ειδικά της ΓΣΘ— στην ολιστική φροντίδα των ασθενών με χρόνιες παθήσεις δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας καλούνται να συνεργαστούν με τις ιατρικές ομάδες, να προσαρμόσουν τις παρεμβάσεις τους στις ιδιαιτερότητες της κάθε ασθένειας και να ενδυναμώσουν τους ασθενείς όχι μόνο στην αντιμετώπιση της δυσφορίας, αλλά και στην ανακάλυψη νοήματος μέσα από την πρόκληση.

Η ψυχολογική προσέγγιση των χρόνιων παθήσεων δεν αφορά μόνο την ανακούφιση από τα συμπτώματα, αλλά κυρίως την αποκατάσταση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του αυτοκαθορισμού και της ελπίδας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Feliu-Soler, A., et al. (2018). Acceptance & Commitment Therapy for chronic pain: A narrative review. Journal of Pain Research, 11, 2145–2159.
  • Gloster, A. T., et al. (2020). The empirical status of ACT: A review of meta-analyses. Journal of Contextual Behavioral Science, 18, 181–192.