Ευαισθητοποίηση,  Ψυχοθεραπεία,  Ψυχολογία

Η αποξένωση ενήλικου παιδιού από τους γονείς

Η αποξένωση ενός ενήλικου παιδιού από τους γονείς του σπάνια συμβαίνει ξαφνικά ή εξαιτίας ενός μεμονωμένου περιστατικού.

Συχνότερα αποτελεί το τέλος μιας μακράς εσωτερικής διαδικασίας, κατά την οποία το παιδί —πια ενήλικας— προσπαθεί για χρόνια να εξηγήσει, να συγχωρήσει, να προσαρμοστεί, να βάλει όρια, να διατηρήσει τη σχέση και να ελπίζει ότι κάποια στιγμή κάτι θα αλλάξει.

Η απομάκρυνση μπορεί να έρθει όταν σταματήσει να περιμένει.

Όταν αντιληφθεί ότι η διατήρηση της σχέσης απαιτεί από το ίδιο μεγαλύτερο ψυχικό κόστος από αυτό που πλέον μπορεί ή θέλει να πληρώνει.

Χρόνια συναισθηματική παραμέληση

Ένα παιδί μπορεί να μεγαλώσει μέσα σε ένα σπίτι όπου οι γονείς είναι σωματικά παρόντες αλλά συναισθηματικά απόντες.

Μπορεί να λείπει η πραγματική ακρόαση, η αναγνώριση, η προστασία, το ενδιαφέρον για τον εσωτερικό του κόσμο ή η αίσθηση ότι υπάρχει ως ξεχωριστός άνθρωπος.

Δεν χρειάζεται πάντοτε να υπάρχει κάτι θεαματικό ή εύκολα αναγνωρίσιμο ως κακοποίηση.

Αρκεί ένα επαναλαμβανόμενο βίωμα:

«Δεν με βλέπουν. Δεν με καταλαβαίνουν. Δεν υπάρχει πραγματικός χώρος για μένα εδώ.»

Η συναισθηματική παραμέληση είναι συχνά δύσκολο να περιγραφεί ακριβώς επειδή αφορά περισσότερο όσα έλειψαν παρά όσα συνέβησαν.

Κακοποίηση, έκθεση και απουσία προστασίας

Σε άλλες περιπτώσεις, η ιστορία είναι βαρύτερη.

Μπορεί να έχει υπάρξει ψυχολογική, σωματική ή άλλη μορφή κακοποίησης, ταπείνωση, εξευτελισμός, έκθεση του παιδιού σε καταστάσεις που δεν μπορούσε αναπτυξιακά να διαχειριστεί ή αποτυχία του γονέα να το προστατεύσει όταν το είχε ανάγκη.

Το τραύμα δεν αφορά μόνο αυτό που συνέβη.

Αφορά συχνά και το γεγονός ότι εκείνος που όφειλε να προστατεύσει δεν προστάτευσε — ή ακόμη περισσότερο, έγινε ο ίδιος πηγή φόβου, ντροπής ή ανασφάλειας.

Έλλειψη ανάληψης ευθύνης

Πολλές φορές το ρήγμα δεν δημιουργείται μόνο από το αρχικό γεγονός αλλά από όσα ακολουθούν.

Ο γονέας μπορεί να απαντά:

«Υπερβάλλεις.»

«Δεν έγιναν έτσι.»

«Έτσι είναι όλοι οι γονείς.»

«Εμείς τόσα κάναμε για σένα.»

«Γιατί θυμάσαι μόνο τα άσχημα;»

«Το παρελθόν δεν αλλάζει.»

Έτσι η εμπειρία του παιδιού ακυρώνεται ξανά.

Η επανόρθωση δεν προϋποθέτει έναν τέλειο γονέα. Προϋποθέτει όμως κάποια δυνατότητα να ειπωθεί:

«Καταλαβαίνω ότι αυτό σε πλήγωσε. Βλέπω και τη δική μου ευθύνη.»

Χωρίς αναγνώριση της βλάβης, η πραγματική επανόρθωση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.

Ενοχοποίηση και αντιστροφή ρόλων

Σε ορισμένες οικογένειες το παιδί μαθαίνει πολύ νωρίς ότι είναι υπεύθυνο για τη συναισθηματική κατάσταση των γονιών του.

Να μην τους στενοχωρεί.

Να τους καθησυχάζει.

Να τους καταλαβαίνει.

Να συγχωρεί.

Να μη θυμώνει για πολύ.

Να κρατά την οικογένεια ενωμένη.

Να ανέχεται περισσότερα επειδή «είναι οι γονείς του».

Έτσι, η σχέση μπορεί σταδιακά να οργανωθεί γύρω από μια αντιστροφή ρόλων: αντί ο γονέας να αντέχει τα δύσκολα συναισθήματα του παιδιού, το παιδί καλείται να ρυθμίζει τα συναισθήματα του γονέα.

Κάποια στιγμή ο ενήλικας μπορεί να συνειδητοποιήσει:

«Δεν μπορώ άλλο να είμαι ο γονιός των γονιών μου.»

Παραβίαση ορίων

Η παραβίαση των ορίων μπορεί να αφορά τον γάμο, τα παιδιά, το σπίτι, τα οικονομικά, την εργασία, τις κοινωνικές σχέσεις, την ιδιωτικότητα ή ακόμη και το σώμα του ενήλικου παιδιού.

Συνεχή τηλεφωνήματα και μηνύματα.

Απρόσκλητες παρεμβάσεις.

Διακίνηση προσωπικών πληροφοριών.

Μεσολάβηση σε κοινωνικές ή επαγγελματικές σχέσεις χωρίς να έχει ζητηθεί.

Απαιτήσεις γύρω από τα εγγόνια.

Δυσκολία να γίνει αποδεκτό ένα απλό «όχι».

Το ιδιαίτερα προβληματικό σημείο εμφανίζεται όταν το όριο δεν αντιμετωπίζεται ως πληροφορία για τις ανάγκες ενός ξεχωριστού ανθρώπου αλλά ως προσβολή, τιμωρία, θυμός ή κάτι που «θα περάσει».

Τότε ο ενήλικας μπορεί τελικά να διαπιστώσει ότι μόνο η απόσταση κάνει το όριο πραγματικό.

Η συνεχής διαστρέβλωση ή ακύρωση της πραγματικότητας

Ιδιαίτερα εξαντλητική είναι μια σχέση στην οποία ο ενήλικας αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να κάνει έλεγχο πραγματικότητας.

Να εξηγεί τι ειπώθηκε.

Να αποδεικνύει ότι ένα γεγονός συνέβη.

Να υπερασπίζεται τη μνήμη του.

Να διορθώνει αφηγήσεις που παρουσιάζονται σε τρίτους.

Να αποδεικνύει ότι κάτι ήταν προσβλητικό, παρεμβατικό ή άδικο.

Με τον καιρό δεν κουράζει μόνο το αρχικό περιστατικό.

Κουράζει η ανάγκη να υπερασπίζεται κανείς συνεχώς την ίδια του την πραγματικότητα.

Η χρόνια αυτή ασυμφωνία μπορεί να δημιουργήσει βαθιά αυτοαμφισβήτηση: «Μήπως υπερβάλλω; Μήπως θυμάμαι λάθος; Μήπως είμαι άδικος;»

Η ανάγκη του γονέα να παραμένει στο κέντρο

Η ενηλικίωση του παιδιού απαιτεί μια φυσιολογική μετατόπιση.

Ο γονέας παύει σταδιακά να αποτελεί το κέντρο της ζωής του. Το παιδί δημιουργεί σύντροφο, δική του οικογένεια, φιλίες, επαγγελματική ταυτότητα, ενδιαφέροντα και έναν κόσμο που δεν περνά πλέον μέσα από τον γονέα.

Για ορισμένους γονείς αυτή η διαφοροποίηση είναι δύσκολο να γίνει ανεκτή.

Η αυτονομία μπορεί να βιώνεται ως εγκατάλειψη.

Οι άμεσες σχέσεις του παιδιού με άλλους ως απώλεια επιρροής.

Η χαρά του χωρίς τον γονέα ως αποκλεισμός.

Και τότε μπορεί να εμφανίζεται μια συνεχής ανάγκη επαναφοράς στο κέντρο: περισσότερη επικοινωνία, περισσότερες επισκέψεις, περισσότερη ενημέρωση, μεγαλύτερη συμμετοχή.

Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια ανάγκη συχνά δεν λύνεται με περισσότερη επαφή, γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η σύνδεση αλλά η διατήρηση της κεντρικότητας.

Υπονόμευση της αυτονομίας

Η υπονόμευση δεν είναι πάντοτε φανερή.

Μπορεί να εμφανίζεται μέσα από συνεχή αμφισβήτηση αποφάσεων, ανεπιθύμητες συμβουλές, παρεμβάσεις, μεσολαβήσεις, συγκρίσεις ή προσπάθειες να συνδεθεί ο γονέας με όσα καταφέρνει το ενήλικο παιδί.

Μερικές φορές ο γονέας δυσκολεύεται να πει απλώς:

«Αυτό το δημιούργησες εσύ.»

Χρειάζεται κάπως να τοποθετήσει και τον εαυτό του μέσα στην ιστορία.

Όταν αυτό επαναλαμβάνεται, ο ενήλικας μπορεί να αισθάνεται ότι ακόμη και όσα έχτισε μόνος του δεν του επιτρέπεται να είναι απολύτως δικά του.

Ζήλια απέναντι στην αυτονόμηση και τη χαρά του παιδιού

Η γονεϊκή ζήλια είναι δύσκολο θέμα και χρειάζεται προσεκτική προσέγγιση.

Δεν σημαίνει ότι κάθε δυσφορία ενός γονέα απέναντι στην απόσταση του παιδιού είναι ζήλια.

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες η ελευθερία, η χαρά, οι σχέσεις, η κοινωνική αποδοχή ή η επαγγελματική εξέλιξη του ενήλικου παιδιού μπορεί να ενεργοποιούν στον γονέα αισθήματα απώλειας, ανεπάρκειας, φθόνου ή υποβιβασμού της δικής του σημασίας.

Ιδιαίτερα όταν όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς τον ίδιο στο κέντρο τους.

Τότε η επιτυχία μπορεί να μη συναντάται με καθαρή χαρά αλλά με υποβάθμιση, έλεγχο, κριτική, οικειοποίηση ή μετατόπιση της προσοχής.

Ανταγωνισμός αντί για γονεϊκή χαρά

Ένας γονέας δεν χρειάζεται να συμφωνεί με κάθε επιλογή του ενήλικου παιδιού του.

Χρειάζεται όμως να μπορεί να πάρει τη θέση του ανθρώπου που χαίρεται όταν το παιδί του αναπτύσσεται και προχωρά.

Όταν η σχέση γίνεται ανταγωνιστική, η επιτυχία του παιδιού μπορεί να προκαλεί σύγκριση, υποτίμηση ή προσπάθεια του γονέα να επανέλθει μέσα στην ιστορία.

Το ενδιαφέρον μετακινείται από:

«Τι σημαντικό έκανες; Τι σημαίνει αυτό για σένα;»

στο:

«Ποιος σε κάλεσε;»

«Πώς βρέθηκες εκεί;»

«Πόσο κόσμο είχε;»

«Ποιον ξέρω εγώ;»

«Εγώ το είπα στον τάδε.»

Η δημόσια εικόνα μπορεί έτσι να αναγνωρίζεται, ενώ το πραγματικό νόημα όσων κάνει, δημιουργεί ή εκφράζει το παιδί παραμένει αθέατο.

Η απόσταση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις

Ένα από τα βαθύτερα και πιο επώδυνα βιώματα για ένα παιδί είναι η σταθερή απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ο γονέας δηλώνει και σε αυτό που πραγματικά κάνει.

Ο γονέας μπορεί να λέει:

«Σ’ αγαπώ.»

«Μου λείπεις.»

«Τα παιδιά μου είναι όλη μου η ζωή.»

Και ταυτόχρονα, στην πράξη, το παιδί να μην αποτελεί ποτέ πραγματική προτεραιότητα.

Όταν χρειάζεται παρουσία, ο γονέας απουσιάζει.

Όταν χρειάζεται προστασία, δεν προστατεύει.

Όταν χρειάζεται να ακουστεί, κάτι άλλο προηγείται.

Όταν υπάρχει πραγματική ευκαιρία για σύνδεση, οι κοινωνικές υποχρεώσεις, το πρόγραμμα, η άνεση, οι συνήθειες ή οι προσωπικές ανάγκες του γονέα μπορεί σταθερά να αποδεικνύονται σημαντικότερες.

Το παιδί αντιλαμβάνεται αυτή την αντίφαση πολύ νωρίς.

Δεν μαθαίνει τι είναι αγάπη μόνο από τις δηλώσεις. Το μαθαίνει κυρίως μέσα από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία:

«Όταν σε χρειάζομαι, είσαι εκεί;»

«Με προστατεύεις;»

«Με σκέφτεσαι όταν αυτό απαιτεί κάτι από εσένα;»

«Χωράω πραγματικά στις προτεραιότητές σου;»

Όταν η απάντηση είναι επανειλημμένα αρνητική, μπορεί να εγκατασταθεί βαθιά η αίσθηση:

«Μπορεί να μου λένε ότι με αγαπούν, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι αγαπημένος.»

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο γονέας ψεύδεται όταν δηλώνει αγάπη.

Μπορεί πράγματι να αισθάνεται τρυφερότητα, οικειότητα, δεσμό ή έντονη συναισθηματική ανάγκη για το παιδί.

Όμως το εσωτερικό συναίσθημα του γονέα και η σχεσιακή εμπειρία του παιδιού είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Η αγάπη που δεν μεταφράζεται σε επαρκή παρουσία, προστασία, φροντίδα, ενδιαφέρον, σεβασμό και προτεραιοποίηση μπορεί να μην φτάσει ποτέ στο παιδί ως αγάπη.

Και έτσι ο ενήλικας μπορεί να κουβαλά μια βαθιά αντίφαση:

«Αν με αγαπούσες τόσο πολύ, γιατί ένιωθα τόσο μόνος;»

Επιφανειακή «επανόρθωση» χωρίς ουσιαστική αλλαγή

Ευχές, δώρα, χρήματα, φαγητό, πρακτική βοήθεια και προσκλήσεις μπορούν ασφαλώς να αποτελούν εκφράσεις φροντίδας.

Δεν αποτελούν όμως από μόνα τους επανόρθωση.

Όταν υπάρχει σοβαρό σχεσιακό ρήγμα και ο γονέας συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτε —με ένα τραπέζι, μια γιορτή, μια οικογενειακή φωτογραφία, μια αγκαλιά— το παιδί μπορεί να βιώνει αυτή την «κανονικότητα» ως ακόμη μία ακύρωση.

Σαν να του ζητείται να επιστρέψει στον παλιό του ρόλο χωρίς να έχει αναγνωριστεί ποτέ το κόστος αυτού του ρόλου.

Η επανόρθωση δεν είναι επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα.

Προϋποθέτει αλλαγή στη σχέση.

Τα εγγόνια ως γέφυρα

Όταν η σχέση με το ενήλικο παιδί δυσκολεύει, κάποιοι γονείς επιχειρούν να διατηρήσουν την παλιά εγγύτητα μέσω των εγγονιών.

Όμως τα παιδιά δεν μπορούν να αποτελούν μοχλό πίεσης, συναισθηματικού κατευνασμού ή παράκαμψης του γονέα τους.

Ένας ενήλικας μπορεί να επιθυμεί τα παιδιά του να έχουν σχέση με τους παππούδες τους και ταυτόχρονα να χρειάζεται ο ίδιος απόσταση.

Οι δύο σχέσεις δεν είναι ταυτόσημες.

Και κυρίως, τα εγγόνια δεν πρέπει να καλούνται να ρυθμίσουν τη μοναξιά, τη θλίψη ή τη συναισθηματική ανάγκη των ενηλίκων.

Το χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική εικόνα και στην πραγματική σύνδεση

Μια οικογένεια μπορεί εξωτερικά να φαίνεται εξαιρετικά δεμένη.

Πολλά τραπέζια.

Πολλοί συγγενείς.

Πολλά τηλεφωνήματα.

Γιορτές, φωτογραφίες, οικογενειακές συγκεντρώσεις και συνεχής ενημέρωση.

Και παρ’ όλα αυτά να υπάρχει πολύ χαμηλή πραγματική σύνδεση.

Η ποσότητα της επαφής δεν ισοδυναμεί με συναισθηματική εγγύτητα.

Μπορεί να γνωρίζουμε πού βρίσκεται κάποιος, τι κάνει — και να μην γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τον εσωτερικό του κόσμο.

Έτσι δημιουργείται ένα ιδιαίτερα μοναχικό βίωμα: όλοι θεωρούν ότι κάποιος ανήκει σε μια «πολύ δεμένη οικογένεια», ενώ ο ίδιος αισθάνεται πραγματικά μόνος μέσα σε αυτή.

Πολλοί άνθρωποι. Πολλή επαφή. Πολύ λίγη σύνδεση.

Όταν η γονεϊκότητα αλλάζει το βλέμμα προς το παρελθόν

Πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται διαφορετικά την παιδική τους ηλικία όταν αποκτούν δικά τους παιδιά, επειδή αποκτούν ένα νέο βιωματικό μέτρο σύγκρισης.

Μπορεί να διαπιστώσουν πόσο φυσικό τους φαίνεται να προστατεύουν, να ακούν, να αγκαλιάζουν, να σέβονται τη διαφορετικότητα ή να ζητούν συγγνώμη από το δικό τους παιδί.

Και τότε να εμφανίζεται ένα βαθύ ερώτημα:

«Αφού αυτό μου φαίνεται τόσο αυτονόητο απέναντι στο παιδί μου, γιατί δεν υπήρχε για μένα;»

Μπορεί επίσης να βιώνουν για πρώτη φορά πώς μοιάζει η αυθόρμητη εγγύτητα ενός παιδιού προς έναν γονέα.

Το παιδί έρχεται μόνο του για αγκαλιά.

Αναζητά την παρουσία του γονέα.

Τον θαυμάζει.

Τον μιμείται.

Και τότε ο ενήλικας μπορεί να αντιληφθεί ακόμη καθαρότερα τι έλειπε από τη δική του σχέση με τους γονείς του.

Η εμπειρία αυτή μπορεί να είναι βαθιά θεραπευτική και ταυτόχρονα βαθιά πένθιμη.

Η αγάπη δεν είναι αυτονόητο αποτέλεσμα της συγγένειας

Ένα από τα δυσκολότερα κοινωνικά και οικογενειακά αξιώματα είναι η πεποίθηση ότι επειδή κάποιος είναι γονέας, η αγάπη και η οικειότητα του παιδιού είναι δεδομένες και ανεξάντλητες.

Όμως άλλο είναι ο βιολογικός ή οικογενειακός δεσμός και άλλο μια ζωντανή σχέση.

Η συγγένεια δεν αποτελεί ισόβιο συμβόλαιο πρόσβασης.

Ούτε το συναίσθημα του γονέα —«εγώ το παιδί μου το αγαπώ»— αρκεί από μόνο του για να περιγράψει την ποιότητα της σχέσης.

Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να αισθάνεται κανείς τρυφερότητα, οικειότητα ή δεσμό και στο να αγαπά σχεσιακά: να γνωρίζει τον άλλον, να ενδιαφέρεται για την υποκειμενικότητά του, να προστατεύει, να εμφανίζεται, να αναλαμβάνει ευθύνη, να αντέχει τα όριά του και να μπορεί να επανορθώσει όταν τον πληγώνει.

Η αγάπη του παιδιού δεν είναι φυσικός πόρος που ο γονέας μπορεί να θεωρεί ανεξάντλητο ανεξάρτητα από το πώς λειτουργεί η σχέση.

Οι σχέσεις έχουν συνέπειες.

Η αποξένωση δεν αφορά μόνο το παρελθόν

Ένα κρίσιμο σημείο είναι ότι ο ενήλικας συχνά δεν απομακρύνεται μόνο εξαιτίας όσων συνέβησαν όταν ήταν παιδί.

Απομακρύνεται επειδή η ίδια σχεσιακή δομή εξακολουθεί να λειτουργεί στο παρόν.

Μπορεί στα σαράντα ή στα πενήντα του να εξακολουθεί να χρειάζεται να υπερασπίζεται:

το δικαίωμά του να πει όχι,

το δικαίωμά του στην ιδιωτικότητα,

το δικαίωμά του στην επιλογή.

Έτσι, η αποξένωση δεν αποτελεί πάντα αδυναμία συγχώρεσης του παρελθόντος.

Μπορεί να αποτελεί απάντηση σε ένα παρελθόν που εξακολουθεί να επαναλαμβάνεται στο παρόν.

Το πένθος ότι «δεν θα γίνει ποτέ»

Ίσως το βαθύτερο σημείο της αποξένωσης να βρίσκεται εδώ.

Κάποια στιγμή ο ενήλικας σταματά να περιμένει.

Δεν περιμένει πλέον να ακουστεί.

Δεν περιμένει την μια ακόμα συζήτηση.

Δεν περιμένει τη συγγνώμη που θα αλλάξει τα πάντα.

Δεν περιμένει να αναγνωριστεί επιτέλους η πραγματικότητά του.

Δεν θέλει άλλη εξήγηση, άλλη προσπάθεια, άλλη προσωρινή συμφιλίωση και άλλη επιστροφή σε μια κανονικότητα που δεν αισθάνεται πραγματική.

Και τότε έρχεται ένα πολύ βαθύ πένθος.

Όχι απαραίτητα επειδή χάνει τη σχέση που είχε.

Αλλά επειδή αναγνωρίζει ότι η σχέση που χρειαζόταν ίσως δεν υπήρξε ποτέ και πιθανόν δεν θα υπάρξει ποτέ.

Αυτό το πένθος μπορεί να συνυπάρχει με θυμό, ανακούφιση, ενοχή, αμφιθυμία.

Όταν η απόσταση γίνεται προστασία

Η αποξένωση είναι το σημείο στο οποίο ένας ενήλικας αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί πλέον να διατηρεί τη σχέση χωρίς να εγκαταλείπει κομμάτια του εαυτού του.

Και λέει:

«Δεν αντέχω άλλο να υπάρχω σε μια σχέση όπου πρέπει συνεχώς να μικραίνω, να ξεχνάω, να εξηγώ, να συγχωρώ, να αποδεικνύω την πραγματικότητά, να κουβαλώ τα συναισθήματα του άλλου και να κάνω σαν να μη συνέβη τίποτα.»

Σε αυτές τις περιπτώσεις η απόσταση δεν είναι απαραίτητα το αντίθετο της θεραπείας.

Μπορεί να είναι η πρώτη φορά που ο άνθρωπος παίρνει στα σοβαρά το δικαίωμά του να προστατεύσει τον εαυτό του.

Η θεραπευτική εργασία δεν έχει ως αυτονόητο στόχο να επαναφέρει κάθε οικογενειακή σχέση.

Μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να καταλάβει τι έζησε, να διαφοροποιήσει την ενοχή από την ευθύνη, να αναγνωρίσει τις πραγματικές του ανάγκες και να αποφασίσει ποια απόσταση, ποια εγγύτητα και ποια μορφή σχέσης είναι βιώσιμη για τον ίδιο.

Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι να διατηρηθεί μια σχέση με οποιοδήποτε κόστος.

Είναι να μπορεί κανείς να σχετίζεται χωρίς να χάνει τον εαυτό του.