Αλλαγές στο DSM-5
Η πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5), που εκδόθηκε το 2013 από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία (APA), εισήγαγε σημαντικές αλλαγές στις καταθλιπτικές και αγχώδεις διαταραχές. Αυτές οι αλλαγές αντικατοπτρίζουν τις σύγχρονες επιστημονικές και κλινικές εξελίξεις, στοχεύοντας στην καλύτερη διάγνωση και αντιμετώπιση αυτών των διαταραχών. Οι καταθλιπτικές διαταραχές αναδιοργανώθηκαν για να ανταποκριθούν στις διαφορετικές κλινικές εκφράσεις της κατάθλιψης, ενώ οι αγχώδεις διαταραχές υπέστησαν σημαντικές μεταβολές, με την αναθεώρηση κριτηρίων και την αφαίρεση ορισμένων διαταραχών από την κατηγορία αυτή.
Η αναδιαμόρφωση των καταθλιπτικών διαταραχών στο DSM-5 εισήγαγε νέους όρους και διαγνώσεις, με στόχο τη σαφέστερη κλινική εικόνα των ψυχικών παθήσεων που σχετίζονται με την κατάθλιψη.
Μία από τις βασικές αλλαγές ήταν η αντικατάσταση της Δυσθυμίας από την Εμμένουσα Καταθλιπτική Διαταραχή (Persistent Depressive Disorder). Αυτή η νέα διαγνωστική κατηγορία συγχωνεύει τη δυσθυμία με τη χρόνια μείζονα κατάθλιψη, με βασικό χαρακτηριστικό τη μακροχρόνια παρουσία καταθλιπτικών συμπτωμάτων για τουλάχιστον δύο χρόνια. Η αναδιαμόρφωση αυτή αναγνωρίζει την κλινική πραγματικότητα ότι τα συμπτώματα μπορεί να έχουν ποικίλες εκφράσεις αλλά να είναι παρόμοια ως προς τη διάρκεια και την επίδρασή τους στην καθημερινή ζωή του ατόμου.
Μία άλλη καινοτομία του DSM-5 είναι η εισαγωγή της Διαταραχής Διασπαστικής Απορρύθμισης της Διάθεσης (Disruptive Mood Dysregulation Disorder), η οποία σχεδιάστηκε για παιδιά έως 18 ετών που βιώνουν έντονες εξάρσεις θυμού. Τα συμπτώματα εμφανίζονται τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα για πάνω από 12 μήνες, χωρίς διακοπή μεγαλύτερη των τριών μηνών. Αυτή η διαταραχή εισήχθη για να αποφευχθεί η υπερβολική διάγνωση της διπολικής διαταραχής στα παιδιά, προσφέροντας μια πιο κατάλληλη κλινική κατηγορία για αυτά τα συμπτώματα.
Σημαντική είναι και η προσθήκη της Προεμμηνορυσιακής Δυσφορικής Διαταραχής (Premenstrual Dysphoric Disorder). Αυτή η διαταραχή αναφέρεται στις σοβαρές συναισθηματικές και σωματικές μεταβολές που βιώνουν πολλές γυναίκες την εβδομάδα πριν την έμμηνο ρύση. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αλλαγές διάθεσης, ευερεθιστότητα, καταθλιπτική διάθεση, άγχος, και σωματικά συμπτώματα όπως πόνοι στο στήθος και στους μύες. Η διαταραχή αυτή επηρεάζει τις καθημερινές δραστηριότητες και τις διαπροσωπικές σχέσεις της γυναίκας.
Στη Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή, έγινε σημαντική τροποποίηση με την αφαίρεση του κριτηρίου που εξαιρούσε τη διάγνωση κλινικής κατάθλιψης σε άτομα που βίωναν πένθος εντός δύο μηνών από την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Η αλλαγή αυτή επιτρέπει στους κλινικούς να χρησιμοποιούν την κρίση τους για να αξιολογήσουν αν το πένθος έχει εξελιχθεί σε κλινική κατάθλιψη, ειδικά σε άτομα με αυξημένη ευαλωτότητα.
Επιπλέον, το DSM-5 τοποθέτησε τη Διπολική Διαταραχή σε ξεχωριστή κατηγορία από τις καταθλιπτικές διαταραχές. Ενώ παλαιότερα οι διπολικές διαταραχές κατατάσσονταν στις διαταραχές της διάθεσης μαζί με τις καταθλιπτικές, πλέον ανήκουν σε ξεχωριστή κατηγορία με την ονομασία “Διπολικές και Συναφείς Διαταραχές”, αναγνωρίζοντας τις διακριτές κλινικές τους ιδιότητες.
Το DSM-5 περιλαμβάνει σημαντικές αλλαγές και στις αγχώδεις διαταραχές, με ορισμένες διαταραχές να απομακρύνονται από αυτή την κατηγορία και να αναγνωρίζονται ως ξεχωριστές οντότητες.
Η Ψυχαναγκαστική-Καταναγκαστική Διαταραχή (OCD) και η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD) δεν περιλαμβάνονται πλέον στις αγχώδεις διαταραχές, αλλά θεωρούνται ανεξάρτητες καταστάσεις. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στη διαφορετική φύση των συμπτωμάτων και των παθογενετικών μηχανισμών τους σε σύγκριση με τις παραδοσιακές αγχώδεις διαταραχές. Το OCD τοποθετείται πλέον σε μια νέα κατηγορία με τίτλο “Ψυχαναγκαστικές και Συναφείς Διαταραχές”, ενώ η PTSD έχει ενταχθεί στις διαταραχές που σχετίζονται με το τραύμα και τους στρεσογόνους παράγοντες.
Οι αλλαγές στη διάγνωση της Αγοραφοβίας, της Κοινωνικής Φοβίας και των Ειδικών Φοβιών περιλαμβάνουν την κατάργηση του κριτηρίου που απαιτούσε από το άτομο να αναγνωρίζει ότι το άγχος του είναι υπερβολικό ή παράλογο. Αντ’ αυτού, τα συμπτώματα πρέπει να είναι “δυσανάλογα” με την πραγματική απειλή που θέτει η φοβική κατάσταση. Επιπλέον, τα συμπτώματα πρέπει να διαρκούν τουλάχιστον 6 μήνες για να αποκλειστεί η πιθανότητα παροδικών φόβων.
Η Διαταραχή Πανικού και η Αγοραφοβία θεωρούνται πλέον δύο ξεχωριστές διαταραχές, καθώς πολλές φορές η αγοραφοβία μπορεί να εμφανιστεί χωρίς να συνοδεύεται από κρίσεις πανικού. Τα κριτήρια για την αγοραφοβία απαιτούν πλέον την παρουσία φόβου σε δύο ή περισσότερες καταστάσεις που προκαλούν άγχος.
Η Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού, που παλαιότερα θεωρούνταν διαταραχή της παιδικής ηλικίας, πλέον μπορεί να διαγνωστεί και σε ενήλικες. Η διάγνωση απαιτεί ότι τα συμπτώματα άγχους αποχωρισμού διαρκούν τουλάχιστον 6 μήνες στους ενήλικες, για να διασφαλιστεί ότι πρόκειται για μόνιμη κατάσταση και όχι για προσωρινή ανησυχία.
Τέλος, η Επιλεκτική Αλαλία δεν ανήκει πλέον στις διαταραχές της παιδικής ηλικίας, αλλά έχει ενταχθεί στις αγχώδεις διαταραχές, καθώς το κύριο σύμπτωμα της είναι το άγχος που εμποδίζει την ομιλία σε συγκεκριμένες καταστάσεις.


